ΒΙΚΤΩΡΑΣ ΡΟΥΔΟΜΕΤΩΦ*

Η ελληνική διαφορετικότητα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η «εποχή των μνημονίων» πέρασε. Ιρλανδία, Πορτογαλία και ενδεχομένως και Κύπρος βρίσκονται ήδη ή βαδίζουν εκτός μνημονίων. Η πολιτική της Ε.Ε. κινείται προς στρατηγικές ποσοτικής χαλάρωσης, με στόχο την αντιμετώπιση του στασιμοπληθωρισμού. Αγνωστο παραμένει αν αυτό θα σώσει την Ευρωζώνη ή αν μια καταιγίδα αντί-ευρωπαϊκών κινημάτων πρόκειται να επιφέρει το τέλος του Ευρώ όπως το ξέρουμε. Σημείο αναφοράς εδώ είναι οι επερχόμενες γαλλικές προεδρικές εκλογές, με το ενδεχόμενο να τις κερδίσει το κόμμα της Λεπέν.

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν επηρεάζει την Ελλάδα, η οποία, στην καλύτερη περίπτωση, αποσκοπεί σε παράταση του μνημονίου. Σε μια εξαιρετική ανάλυση, δημοσιευμένη στο Project Syndicate (http://www.project-syndicate.org/) στις 3 Μαρτίου 2015, o Ricardo Hausmann επισημαίνει τη διαφορά μεταξύ (α) της αντιπαράθεσης των νέο-φιλελεύθερων και των Κεϋνσιανιστών και (β) της ελληνικής περίπτωσης. Η ελληνική διαφορετικότητα βασίζεται στο πασίγνωστο γεγονός ότι ο πλούτος και η οικονομική ευημερία της Ελλάδας βασίζονταν όχι στην παραγωγική της βάση αλλά σε χρηματοδοτήσεις μέσω δανεικών ή προγραμμάτων της Ε.Ε. Και η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των μεταβιβάσεων χρησιμοποιείτο για την κατανάλωση (= προσλήψεις, επιδοτήσεις κ.ά.) και όχι για επενδυτικούς σκοπούς. Νομίζω ότι κανένας Ελληνας δεν πρόκειται να ξαφνιαστεί από αυτή την ανάλυση, γιατί λίγο-πολύ αυτά όλοι τα ξέρουμε. Τα νούμερα που παραθέτει στο άρθρο του ο Hausmann είναι αμείλικτα. Η Ελλάδα δεν παράγει και δεν εξάγει σε βαθμό που να μπορεί να διατηρήσει το μέχρι κρίσεως βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της χωρίς δανεικά. Μάλιστα, σε τομείς αιχμής, όπως π.χ. η τεχνολογία, τα πράγματα είναι ιδιαίτερα άσχημα.

Ιστορικά, η Ελλάδα χτυπήθηκε από δύο μεγάλα γεγονότα, στα οποία απέτυχε να προσαρμοστεί. Πρώτον, η είσοδός της στην τότε ΕΟΚ, το 1981, επέφερε την απορρόφηση των ντόπιων βιομηχανιών, οι οποίες μετακινήθηκαν εκμεταλλευόμενες την ενιαία αγορά ή εξαγοράστηκαν από μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες. Δεύτερον, η πτώση του κομμουνισμού επέφερε τη μετακίνηση της ελαφριάς βιομηχανίας (κυρίως της ένδυσης) από την Ελλάδα προς γειτονικές βαλκανικές χώρες. Δεν υπήρξε καμία αποτελεσματική πολιτική, ώστε να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος από αυτά τα δύο γεγονότα. Το πρόβλημα κρύφτηκε κάτω από το χαλί, μέσω των μαζικών δημόσιων επενδύσεων της εποχής Σημίτη. Ωστόσο, αν κοιτάξει κάποιος τα στοιχεία της ανεργίας, και ειδικότερα των νέων, διαπιστώνει ότι τα νούμερα ήταν από τότε υψηλά, ειδικά στην επαρχία, και μάλιστα στη Βόρειο Ελλάδα.

Η σημερινή κατάσταση, επομένως, δεν οφείλεται στον τερματισμό του εύκολου δανεισμού (που έγινε το 2009). Ομως, η ελλαδική συζήτηση επικεντρώθηκε στο ψευτοδίλημμα αναφορικά με το αν κάποιος είναι υπέρ ή κατά του «μνημονίου». Και αυτό, γιατί το «μνημόνιο» είναι αυτό που απέτρεπε το ελληνικό κράτος από το να «μοιράζει λεφτά», υπό τη μορφή επιδοτήσεων, υπερωριών, προσλήψεων, χορηγιών προς «ευπαθείς» ομάδες ή πάσης φύσεως «αναξιοπαθούντες» κ.ο.κ. Ναι, βεβαίως και το «μνημόνιο», μέσα από τη συν-διαμόρφωσή του από τις προηγούμενες κυβερνήσεις οδήγησε σε δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου και σε αύξηση της φορολογίας. Η δημοφιλής αυτή κριτική αποκρύπτει τις ευθύνες των κυβερνήσεων που προέκριναν την αύξηση της φορολογίας αντί της αποτελεσματικής μείωσης των δαπανών του δημόσιου τομέα. Αυτή τη δεύτερη επιλογή ακολούθησε, με πολύ επιτυχία, η Κυπριακή Δημοκρατία. Στην Κύπρο «πάγωσαν» όλες οι νέες προσλήψεις και όλες οι αυξήσεις μισθών και προαγωγές όλων των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Η συνεπής έμπρακτη εφαρμογή αυτής της πολιτικής απέτρεψε την ανάγκη για επιπλέον «χαράτσια». Αντί του «μνημονίου», η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα θα έπρεπε να επικεντρωθεί στην αναπτυξιακή προσπάθεια, δηλαδή στην αύξηση της παραγωγικής δραστηριότητας και στη δημιουργία θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα. Ομως, παρά την ύπαρξη άνω του 1 εκατ. ανέργων και τη δραματική αύξηση της φτώχειας, δεν έχει υπάρξει καμιά κινητοποίηση προς αυτή την κατεύθυνση. Το ελληνικό κράτος φαίνεται να αγνοεί όχι μόνο τους στοιχειώδεις κανόνες της οικονομικής ζωής αλλά ακόμη και αυτή την κοινή λογική.

* Ο κ. Ρουδομέτωφ είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ