ΒΙΒΛΙΟ

Γκίντερ Γκρας

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΣΤΕΡΙΟΥ*

Ο τιμηθείς το 1999 με βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, Γερμανός συγγραφέας Γκίντερ Γκρας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο άνθρωπος που πλάγιαζε επί χρόνια μ’ ένα μυστικό, ο πληθωρικός σύζυγος δύο γυναικών και πατέρας έξι παιδιών από τέσσερις διαφορετικές συντρόφους, ο φανατικός καπνιστής και ποδοσφαιρόφιλος, ο μεγάλος συγγραφέας Γκίντερ Γκρας πέθανε την περασμένη Δευτέρα 13 Απριλίου αφήνοντας πίσω του μια σημαντική λογοτεχνική παρακαταθήκη. Με τον θάνατό του σε κλινική της Λυβέκης, μιας μεσαιωνικής πόλης διακοσίων χιλιάδων κατοίκων στη Βαλτική Θάλασσα, αλλά και γενέτειρας ενός άλλου λογοτεχνικού γίγαντα, εν προκειμένω του Τόμας Μαν, έκλεισε ένας σημαντικός κύκλος της σύγχρονης γερμανικής λογοτεχνίας. Η Λυβέκη είναι πλέον τόπος γέννησης και τόπος θανάτου δύο συγγραφέων που σφράγισαν τον γερμανικό εικοστό αιώνα, του εύπορου αστού Μαν, στον οποίο απονέμεται το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1929, και του φτωχόπαιδου απ’ το Ντάντσιχ (σημερινού Γκντανσκ) που θα φέρει στη χώρα, εβδομήντα χρόνια αργότερα, το ίδιο ακριβώς τρόπαιο. Επιλέγοντας τη Λυβέκη ως τόπο θανάτου ο Γκρας μοιάζει να επιστρέφει ουσιαστικά τη σκυτάλη που είχε άτυπα παραλάβει από τον Τόμας Μαν ήδη με την κυκλοφορία του «Τενεκεδένιου ταμπούρλου», ενός από τα εντυπωσιακότερα μυθιστορηματικά ντεμπούτα της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Κι αν ο πρώτος δικαιούτο να ανακοινώσει με την άφιξή του στην αμερικανική εξορία πως αποτελεί ουσιαστικά την ενσάρκωση της μητέρας πατρίδας («Εκεί που βρίσκομαι εγώ, εκεί είναι η Γερμανία»), ο δεύτερος κατάφερε να κερδίσει επάξια τον τίτλο του πλέον παρεμβατικού συγγραφέα της κατά τις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα. Παρότι οι εχθροί του Γκρας εντός και εκτός δεν ήταν λίγοι και παρά την απροθυμία του να χαϊδέψει αυτιά πολιτικών και συμπολιτών ασκώντας κριτική στα κακώς κείμενα μιας χώρας που άλλοτε ήθελε να ξεχάσει το παρελθόν της και άλλοτε να προχωρήσει με κάθε μέσο προς την επανένωση, ο λόγος του γινόταν πάντα σεβαστός και τα κείμενά του αντικείμενο δημόσιας συζήτησης.

Γιος ενός εμπόρου τροφίμων και μιας θρησκευόμενης μητέρας με καλλιτεχνικές ανησυχίες ο Γκρας μόχθησε για να κατακτήσει την τέχνη του. Χωρίς απολυτήριο Γυμνασίου (λέγεται ότι απ’ όλα τα βραβεία και τα διπλώματα είχε κρεμάσει στο σπίτι του μόνο ένα τιμητικό απολυτήριο που του είχε απονείμει το σχολείο των παιδιών του), χωρίς οικονομική υποστήριξη ή κοινωνικές περγαμηνές ο νεαρός Γκίντερ θα καταφύγει στην αγκαλιά του στρατού για να γλιτώσει από την ασφυξία ενός μικροαστικού περιβάλλοντος και να αποδράσει από μια φαινομενικά ασφαλή ζωή στο μαγαζί του πατέρα. Μετά τον πόλεμο ακολουθεί σπουδές γλυπτικής στο Ντίσελντορφ και στο Βερολίνο, αλλά στρέφεται γρήγορα προς τη λογοτεχνία ολοκληρώνοντας μέσα σε διάστημα τριών ετών το «Τενεκεδένιο ταμπούρλο», το παρθενικό μυθιστόρημα που θα τον κάνει παγκοσμίως διάσημο. Ο ανεπανάληπτος θρίαμβός του θα βαραίνει τον συγγραφέα για δεκαετίες. Παρά την εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία των επόμενων βιβλίων οι προσπάθειές του να ξεπεράσει λογοτεχνικά το «Ταμπούρλο» μοιάζουν με αγώνα εκ των προτέρων χαμένο. Η γλώσσα του θα διατηρήσει πάντως τους χυμούς της και ο ίδιος θα παραμείνει ώς το τέλος ένας ισχυρογνώμων, τολμηρός γραφιάς, ένας βαθιά πολιτικός συγγραφέας που -παρά τη στράτευσή του στο πλευρό του Βίλι Μπραντ και την ενεργή συμμετοχή του στις πολιτικές εξελίξεις- κατάφερε να διαφυλάξει το έργο του από λογοτεχνικές κακοτοπιές ή εύκολες λύσεις προς χάριν άγρας ευκαιριακών αναγνωστών.

Κορυφαία στιγμή της ύστερης περιόδου ήταν χωρίς καμιά αμφιβολία η δημοσίευση της αυτοβιογραφίας του και η δημόσια παραδοχή του πως είχε υπηρετήσει στα Waffen-SS. Η εικόνα του αριστερού συγγραφέα που αναγκάζει το συντηρητικό κατεστημένο της δεκαετίας ’50-60 να αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι στην Ιστορία, του ανθρώπου που ταράζει τα λιμνάζοντα νερά μιας χώρας που πασχίζει σιωπηλά να ξεχάσει τις θηριωδίες του πρόσφατου παρελθόντος, αρχίζει να θολώνει. Η ομολογία του έρχεται μάλιστα σε μια περίοδο, κατά την οποία το βιβλίο του Ντάνιελ Γκολντχάγκεν περί του ρόλου των απλών Γερμανών στο Ολοκαύτωμα αλλά και οι «θεωρίες μνήμης» των Γιαν και Αλέιντα Ασμαν έχουν επιφέρει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που οι νεότεροι Γερμανοί συγγραφείς γράφουν για το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το σοκ είναι μεγάλο μιας κι ένας κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος της παλαιότερης γενιάς ανέτρεπε την εικόνα του και έθετε υπό αίρεση το έργο μιας ολόκληρης ζωής. Προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις ο Γκρας διατυπώνει, οριστικά λυτρωμένος, τη δημόσια ομολογία του αρκούντως διπλωματικά: «Ich habe mich verführen lassen» («αφέθηκα να παρασυρθώ»).

* Ο κ. Χρήστος Αστερίου είναι συγγραφέας και μεταφράζει από τα γερμανικά. Το μυθιστόρημά του «Ισλα Μπόα» κυκλοφορεί από τις εκδ. Πόλις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ