ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο διπλός εγκλωβισμός του κ. Τσίπρα

ΚΩΣΤΗΣ Π. ΠΑΠΑΔΙΟΧΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στρατηγική «υψηλού κινδύνου» έχει υιοθετήσει πλέον η κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση με τους εταίρους, πολλαπλασιάζοντας τους κινδύνους του «ατυχήματος», ενώ η σχεδόν αποκλειστική ενασχόληση του πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα με τις διαβουλεύσεις αναδεικνύει ρήγματα σε κρίσιμους τομείς στο εσωτερικό της χώρας, όπως η μετανάστευση και η ασφάλεια.

Πρώτη γραμμή άμυνας της Αθήνας, στο Brussells Group, είναι να υπάρξει ένα «μορατόριουμ» και από τις δύο πλευρές, δηλαδή η κυβέρνηση να μη νομοθετήσει στα εργασιακά, αλλά παράλληλα να μην υλοποιηθούν μέτρα στα μέτωπα των ομαδικών απολύσεων και του ασφαλιστικού, με την όποια συζήτηση να μετατίθεται τον Ιούνιο. Ομως, η συγκεκριμένη πρόταση προεξοφλείται πως δεν θα γίνει αποδεκτή από τους εταίρους, με αποτέλεσμα η χρηματοδοτική στρόφιγγα προς την Ελλάδα να παραμείνει κλειστή.

Ετσι, παρά την υψηλών τόνων δημόσια ρητορική, σύμφωνα με πληροφορίες, στο Μέγαρο Μαξίμου εδραιώνεται η άποψη ότι σε δεύτερο χρόνο θα πρέπει να επιδιωχθεί συμφωνία ακόμη και εάν δεν καλύπτονται πλήρως οι τέσσερις «κόκκινες γραμμές» που ανέδειξε ο ίδιος ο πρωθυπουργός: δηλαδή, τα εργασιακά, το ασφαλιστικό, ο ΦΠΑ και οι αποκρατικοποιήσεις, όπου, όπως ανέφερε, υφίσταται «πολιτική διαφωνία» με τους εταίρους. Κατά τις ίδιες πηγές, αλλά και με βάση τις τοποθετήσεις κυβερνητικών πηγών το τελευταίο δίμηνο, η κυβέρνηση θα μπορούσε να κάνει ένα «βήμα πίσω», στα θέματα του ΦΠΑ –των δημοσιονομικών, ευρύτερα– και των ιδιωτικοποιήσεων, καθώς, εκτός των άλλων, στο τελευταίο πεδίο υπάρχει έμπρακτο ενδιαφέρον από διεθνείς παράγοντες, όπως το Πεκίνο και η Μόσχα, με τους οποίους η κυβέρνηση θέλει να οικοδομήσει ισχυρούς διαύλους επικοινωνίας.

Τα ερωτήματα που τίθενται είναι πρώτον, εάν η μετάβαση της Αθήνας σε μια πιο ευέλικτη διαπραγματευτική γραμμή είναι δυνατή μετά τους υψηλούς τόνους των τελευταίων εβδομάδων. Δεύτερον, εάν θα βρει ανταπόκριση από τους εταίρους, καθώς πλέον έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος αλλά και κεφάλαιο εμπιστοσύνης και, τρίτον, κατά πόσον η όποια συμβιβαστική φόρμουλα θα γίνει αποδεκτή στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, με ορισμένες πληροφορίες να αναφέρουν πως ο κ. Τσίπρας εξετάζει το ενδεχόμενο να συγκαλέσει την Κ.Ο. ακόμη και την τρέχουσα εβδομάδα.

Στο μέτωπο των πιστωτών, το κλίμα έχει επιβαρυνθεί δραματικά για την Αθήνα τον τελευταίο μήνα: η «εκεχειρία» που επετεύχθη μεταξύ Αθήνας και Βερολίνου στον απόηχο της συνάντησης του πρωθυπουργού με τη Γερμανίδα καγκελάριο Αγκελα Μέρκελ αποτελεί πλέον παρελθόν, όπως προκύπτει από τις αλλεπάλληλες αιχμηρές δηλώσεις του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε τις προηγούμενες ημέρες. Επίσης, το ΔΝΤ, μέσω της Κριστίν Λαγκάρντ, έβαλε ψηλά τον πήχυ στο ζήτημα του ασφαλιστικού, ενώ απέκλεισε κάθε πιθανότητα αναβολής των προγραμματισμένων πληρωμών προς το Ταμείο. Τέλος, ακόμη και από την Κομισιόν, που στο διάστημα της περιπέτειας, η οποία ξεκίνησε στις αρχές Φεβρουαρίου, είχε την πιο «θετική» προσέγγιση έναντι της κυβέρνησης, εκφράζεται πλέον δυσφορία από πλευράς του κ. Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ για τους χειρισμούς της Αθήνας. Πάντως, κατ’ ορισμένες πληροφορίες ο κ. Γιουνκέρ επεξεργάζεται κάποιο σχέδιο απεμπλοκής, δίχως, ωστόσο, ουσιώδεις υποχωρήσεις από την πλευρά των εταίρων.

Αρα, απομένει να εκδηλωθεί ο βαθμός στον οποίο οι εταίροι είναι διατεθειμένοι να κάνουν πλέον κάποια χειρονομία ώστε να γεφυρωθεί το υφιστάμενο χάσμα. Είναι, δε, ενδεικτικό ότι και ο ίδιος ο πρωθυπουργός φέρεται να έχει εκπλαγεί από τη συνθετότητα και τις δυσχέρειες της υφιστάμενης διαπραγμάτευσης. Σε δεύτερο στάδιο –εάν δηλαδή ολοκληρωθεί κάποιου είδους συμφωνία– ο κ. Τσίπρας θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον πρόσθετο σκόπελο να την «περάσει» από το εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και από την κοινή γνώμη.

Τυχόν «οπισθοχώρηση» του κ. Τσίπρα στο μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων προεξοφλείται πως θα προκαλέσει την αντίδραση του αριστερόστροφου τμήματος του ΣΥΡΙΖΑ. Επίσης, είναι προφανές πως η μεγάλη χρονική διάρκεια των διαβουλεύσεων με τους εταίρους και οι παραλυτικές συνέπειες που είχε στο σώμα της οικονομίας ανεβάζουν το ρίσκο του εγχειρήματος. Οπως λέγεται χαρακτηριστικά, η όποια συμφωνία στα τέλη Φεβρουαρίου, υπό την «ευφορία» της κυβερνητικής αλλαγής, θα ήταν σαφώς ευκολότερα αποδεκτή από την κοινή γνώμη απ’ ό,τι στα μέσα ή τα τέλη Μαΐου. Πόσο μάλλον που η κυβερνητική εικόνα υφίσταται παράλληλες ρωγμές σε θέματα όπως η μετανάστευση, η δημόσια ασφάλεια και η παιδεία.

Υπό το ανωτέρω πρίσμα, εκ των πραγμάτων στο προσκήνιο επανέρχονται τα σενάρια περί πρόωρων εκλογών. Με δεδομένη τη δημοσκοπική απόσταση μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ., η προσφυγή στις κάλπες θα μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο νομιμοποίησης των όποιων αρνητικών πτυχών της συμφωνίας από τους πολίτες. Παράλληλα, βεβαίως, εκλογές μπορεί να προκύψουν και ως ατύχημα, εάν δηλαδή η κυβέρνηση αποτύχει να φθάσει σε έναν «έντιμο συμβιβασμό» με τους δανειστές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ