ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Στη Θεσσαλονίκη του ’42 με τον Τσιτσάνη

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Η Βασιλική Τρουφάκου, από τους νέους ηθοποιούς που συμμετέχουν στην ταινία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ως όνειρο που γίνεται πραγματικότητα χαρακτήρισε τη δημιουργία του, «Ουζερί Τσιτσάνης», ο Μανούσος Μανουσάκης. Εκείνον όπως και τους υπόλοιπους συντελεστές της φιλόδοξης παραγωγής συναντήσαμε εν μέσω...καπνών (το απαιτούσε η σκηνή) στα γυρίσματα που γίνονται αυτό τον καιρό στο «Σχολείο» της Ειρήνης Παπά. Προηγουμένως η ομάδα είχε περάσει από το Λαύριο αλλά και τη Θεσσαλονίκη, όπου μάλιστα τα γυρίσματα ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακά.

Βασισμένο στο μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, το φιλμ μάς μεταφέρει στη Θεσσαλονίκη του 1942-43, όπου ο νεαρός τότε Βασίλης Τσιτσάνης διατηρεί μαζί με τον κουνιάδο του ένα παραδοσιακό ουζερί. Ο παράνομος έρωτας ενός χριστιανού και μιας Εβραιοπούλας αλλά και η έντονα δημιουργική περίοδος του Τσιτσάνη (τότε συνέθεσε αριστουργήματα όπως η «Συννεφιασμένη Κυριακή») έχουν ως φόντο τη ζοφερή εποχή της Κατοχής και των διωγμών των Εβραίων, που άλλαξαν για πάντα την πολιτισμική ταυτότητα της πόλης.

Θεματικοί άξονες

Πόσο εύκολο όμως είναι για οποιονδήποτε σκηνοθέτη να «χωρέσει» όλους αυτούς τους ξεχωριστούς θεματικούς άξονες μέσα στην ίδια ταινία; O κ. Μανουσάκης δηλώνει αισιόδοξος ως προς αυτό, ενώ μιλάει για τις προθέσεις του φιλμ: «Τον στόχο αυτό κυνηγήσαμε αρχικά πριν από 4 χρόνια για μια τηλεοπτική σειρά, η οποία θα γινόταν σε συνεργασία με την ΕΡΤ. Μετά τις γνωστές εξελίξεις αποφασίσαμε να μην εγκαταλείψουμε το σχέδιο και να αξιοποιήσουμε την έρευνα που είχε ήδη γίνει σε μια ταινία. Πέραν της ερωτικής ιστορίας, σκοπός μας είναι να καταδείξουμε τον παραλογισμό των φυλετικών διακρίσεων και να θυμίσουμε τι σημαίνει φασισμός-ναζισμός, σε μια εποχή που αυτά τα μορφώματα βρίσκουν και πάλι χώρο ανά την Ευρώπη».

Το πιο ενδιαφέρον και αναμενόμενο κομμάτι της ταινίας, όπως καταλαβαίνει κανείς –αν και όχι απαραίτητα το κεντρικό– είναι εκείνο που έχει να κάνει με τη φυσιογνωμία του Βασίλη Τσιτσάνη. Ο μεγάλος δημιουργός, αναγνωρισμένος σήμερα από τους πάντες, αποφεύγεται πολλές φορές να εξερευνηθεί ως προς την ανθρώπινη διάσταση, τα πάθη και τις έξεις του. Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου («Μικρά Αγγλία»), ο οποίος υποδύεται τον σπουδαίο ρεμπέτη, λέει σχετικά: «Πολλοί όταν μιλούν ή γράφουν για τον Τσιτσάνη περιγράφουν έναν άνθρωπο άγιο. Εχω κάνει αρκετή έρευνα για τον ρόλο και δεν πιστεύω ότι ήταν έτσι. Το ρεμπέτικο έχει από μόνο του κάτι το σκοτεινό άλλωστε. Σκοπός, πάντως, δεν είναι να ασχοληθούμε με τις όποιες συνήθειες του Τσιτσάνη, αλλά με το έργο του. Σε καμία περίπτωση όμως ο κόσμος δεν πρέπει να περιμένει μια βιογραφία του Τσιτσάνη».

Ο Θέμης Καραμουρατίδης, γνωστός από τις συνεργασίες του με νέους Ελληνες ερμηνευτές, ανέλαβε το δύσκολο έργο της μουσικής επιμέλειας τόσο πάνω στα αυθεντικά τραγούδια της εποχής όσο και στο σάουντρακ που συνοδεύει το σύνολο της ταινίας. «Με μέσα του 2015 προσπαθούμε να αναπαραστήσουμε τη μουσική ατμόσφαιρα του ’43-’44, αφού όλες οι εκτελέσεις των τραγουδιών είναι νέες. Στόχος είναι να φέρουμε τα τραγούδια εκεί που ήταν και να τα κάνουμε κατά το δυνατόν πιο αυθεντικά, ώστε ο άνθρωπος που θα έρθει σε επαφή με τη μουσική της ταινίας να έχει την αίσθηση πως τα ακούει από την αρχή», λέει σχετικά ο ίδιος.

Ενα άλλο χαρακτηριστικό του «Ουζερί Τσιτσάνης» είναι το νεαρόν της ηλικίας σχεδόν όλων των βασικών πρωταγωνιστών του. Πλην του Ανδρέα Κωνσταντίνου, οι Χάρης Φραγκούλης, Χριστίνα Χειλά, Βασιλική Τρουφάκου και Ξανθή Γεωργίου δηλώνουν όλοι ευγνώμονες για την ευκαιρία που τους δίνεται να δείξουν το ταλέντο τους στο πλαίσιο μιας μεγάλης παραγωγής, σε μια εποχή μάλιστα που οι οικονομικές συνθήκες για τους περισσότερους συναδέλφους τους σε σινεμά και θέατρο είναι αποκαρδιωτικές. Οι περισσότεροι από όσους συνομιλούμε είναι καινούργιοι στη «μαγεία του κινηματογράφου» και ενθουσιασμένοι με τα όσα βλέπουν και δημιουργούν.

Το «Ουζερί Τσιτσάνης» αναμένεται να ολοκληρωθεί και να κυκλοφορήσει στις αίθουσες περίπου στα τέλη του χρόνου. Ας ελπίσουμε οι προσδοκίες που το συνοδεύουν να γίνουν πραγματικότητα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ