ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ζιλ Βενσάν: «Το νουάρ με ενδιαφέρει όταν θέτει ερωτήματα»

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΣΚΑΛΙΔΗ

Ο Ζιλ Βενσάν εμπνέεται στο νουάρ μυθιστόρημά του «Το φιλί του θανάτου» από την υπόθεση της δολοφονίας του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι από τις φορές που η αναγνωστική φαντασία και προηγουμένως η συγγραφική πρόθεση υποδαυλίζονται από την ακόμη πιο δραματική ιστορική πραγματικότητα. Το νουάρ μυθιστόρημα του Ζιλ Βενσάν που μόλις κυκλοφόρησε στη χώρα μας από τις εκδόσεις Καστανιώτη, με τον τίτλο «Το φιλί του θανάτου», σε πολύ καλή μετάφραση από τα γαλλικά της Ρίτας Κολαΐτη, καταπιάνεται με την υπόθεση της δολοφονίας του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στον βαθύ του καμβά. Η επικαιρότητα ξανάφερε στην επιφάνεια το ιστορικό γεγονός με νέες πληροφορίες για το πόσο το καθεστώς Φράνκο και ίσως ο ίδιος προσωπικά ήθελαν την εξόντωση του ποιητή.

Η ανατρεπτική μυθοπλασία του Ζιλ Βενσάν αγγίζει ίσως κάποτε και τα όρια της αλήθειας, αποκαλύπτοντας σκοτεινές πλευρές της διακυβέρνησης Γκονζάλες στην Ισπανία -υπόθεση GAL- αλλά και της σιωπηρής συνεργασίας από τη γαλλική πλευρά. Τα βρώμικα πολιτικά και παραστρατιωτικά παιχνίδια βγαίνουν στην επιφάνεια από σημερινούς αστυνομικούς που ασχολούνται με τρέχοντα εγκλήματα. Το σύγχρονο ευρωπαϊκό νουάρ ξεσκεπάζει όλη τη βία που ζει υπόγεια στην κοινωνία, καταφέρνοντας την ίδια στιγμή να διασώσει το συναίσθημα και την ανθρωπιά αλλά και να γεφυρώσει τα χάσματα που ανοίγει ο χρόνος και η Ιστορία.

– Ποιο ήταν το αρχικό κίνητρο για να γράψετε «Το φιλί του θανάτου»;

– Η αγάπη για τον Γκαρθία Λόρκα είναι ο πρώτος λόγος. Οταν πήγα στη νότια Ισπανία, ήθελα να εναποθέσω ένα λουλούδι στον τάφο του, αλλά δυστυχώς ο τάφος δεν υπάρχει... Κι εδώ μπαίνει η ελευθερία του συγγραφέα, να προσφέρω στον εαυτό μου μια ιδέα μυθοπλασίας από τη μη ύπαρξη του τάφου. Ο δεύτερος λόγος είναι πολιτικός. Ηθελα να κατανοήσω τη λογική της δικτατορίας στην Ισπανία. Δεν φτάνει το ότι ανέβηκε στην εξουσία ένας σοσιαλιστής, ο Γκονζάλες, αργότερα, η χώρα κουβαλούσε μια σαραντάχρονη πορεία με αστυνομία, δικαιοσύνη που ήταν επηρεασμένες από το παλιό καθεστώς. Και ένα τρίτο στοιχείο που υπάρχει σε όλα αυτά τα μυθιστορήματα και με αφορά, είναι οι αποκλίσεις των ερωτικών συναισθημάτων.

– Τι σκέψεις σας δημιουργούν οι καινούργιες πληροφορίες που ήρθαν στη δημοσιότητα για τη δολοφονία του Λόρκα;

– Είναι ένα στοιχείο αυτό για τη διαταγή του Φράνκο για τη δολοφονία, αλλά μου φαίνεται λίγο περίεργο γιατί εκείνη την εποχή ο Φράνκο ήταν ακόμη εξόριστος στα Κανάρια Νησιά.

– Είναι τόσο επικίνδυνη η ποίηση, λοιπόν;

– Δεν ήταν μόνο η ποίηση ο λόγος της δολοφονίας του. Ηταν συμπαθών ο Λόρκα προς τους Δημοκρατικούς, αλλά ποτέ στρατευμένος. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ήταν ομοφυλόφιλος και το τρίτο στοιχείο είναι ότι έγραφε έργα στα οποία αποδομούσε τις μεγάλες οικογένειες της Ανδαλουσίας. Αυτοί είναι τρεις σοβαροί λόγοι για να τον δολοφονήσουν. Οι φίλοι του, ο Πικάσο και οι άλλοι, που ήταν πολιτικοποιημένοι και συνειδητοποιημένοι, κατάλαβαν τον κίνδυνο και έφυγαν στο εξωτερικό. Αυτός ήταν λίγο πιο αιθεροβάμων και έμεινε. Δεν είχε συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο.

– Τι φοβάται πιο πολύ ένας συγγραφέας όταν αναμετριέται με πραγματικά περιστατικά της Ιστορίας;

– Πριν αρχίσω να γράφω ένα βιβλίο, κάνω επισταμένη έρευνα. Μετά πηγαίνω επί τόπου για να οσφρανθώ την ατμόσφαιρα, να μιλήσω με ανθρώπους, να πιάσω τον ήχο της γλώσσας, να έχω μαρτυρίες για την περιοχή. Μόλις τελειώσω αυτή τη δουλειά, είμαι γεμάτος από την πραγματικότητα. Οταν αρχίζω να γράφω, σκίζω όλες τις σημειώσεις μου για να φύγω από την πραγματικότητα και να επιτρέψω στη μυθοπλασία να πάρει τη θέση της. Και μετά, η πραγματικότητα και η μυθοπλασία μπλέκονται. Πιστεύω ότι η μυθοπλασία είναι ένα μεγάλο ψέμα, αλλά πρέπει να είναι ένα ψέμα αληθινό.

Στο μυθιστόρημα «Το φιλί του θανάτου» ένας ήρωας είναι ο υπουργός Εσωτερικών της Γαλλίας. Στη Γαλλία όλοι αναγνωρίζουν ποιος είναι. Του έστειλα ένα αντίτυπο μόλις βγήκε. Και μου έγραψε ένα σημείωμα ότι ακράγγιξα την πραγματικότητα ως προς τον χαρακτήρα του και την προσωπικότητά του…

– Ως προς την υποτιθέμενη μυστική συνάντηση και συμφωνία ανάμεσα στον Φελίπε Γκονζάλες και τον Ζακ Σιράκ για την υπόθεση των GAL, η οποία στο βιβλίο λαμβάνει χώρα στο Σεν Παλέ, σε ένα μοναστήρι, είναι αληθινό γεγονός ή όχι;

– Εδώ μπαίνει η μυθοπλασία. Κάποια συνάντηση κατά τη γνώμη μου έγινε και το επιβεβαίωσε -κατά κάποιον τρόπο- και η φράση του υπουργού Εσωτερικών που μου έγραψε «Ακράγγιξες την πραγματικότητα». Το Σεν Παλέ, ο τόπος της συνάντησης, είναι καθαρά μυθοπλαστικό στοιχείο, είναι ένα μέρος όπου διασταυρώνονται οι δρόμοι της Ευρώπης προς τον προσκυνηματικό προορισμό της Κομποστέλα.

– Πώς προέκυψε η αγάπη για την Ισπανία;

– Λατρεύω τη Μαδρίτη, πηγαίνω συχνά. Την ξέρω τόσο καλά που μου είναι πολύ εύκολο να τοποθετήσω εκεί τη δράση του βιβλίου. Οταν ήμουν παιδί, ο πατέρας μου, επειδή ήταν αριστερός και πολύ δημοκράτης, δεν μπορούσε να πάει στην Ισπανία επί Φράνκο. Οι φίλοι μου, οι συμμαθητές μου πήγαιναν εκεί, ενώ εγώ δεν μπορούσα. Μετά ήθελα με απληστία να κερδίσω τον χαμένο χρόνο, να δω αυτή τη χώρα, να τη γνωρίσω. Και η γυναίκα μου είναι καθηγήτρια Ισπανικών. Λατρεύω το φλαμένκο, τον Γκόγια, τον Βελάσκεζ.

– Το οικογενειακό σας παρελθόν, το πολιτικό, πώς επηρέασε τη συγγραφική σας ταυτότητα;

– Το αστυνομικό μυθιστόρημα, το νουάρ, με ενδιαφέρει όταν θέτει ερωτήματα, όχι απλώς όταν αφορά μόνο ένα αίνιγμα. Η ιστορία του παππού μου που ήταν βουλευτής του Δημοκρατικού Μετώπου, με επηρέασε στο μυθιστόρημά μου «Ντζεμπέλ». Στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής ήταν αντιστασιακός, συνελήφθη, βασανίστηκε από τους ναζί και πέρασε δύο χρόνια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Μπούχενβαλντ. Ο παππούς μου ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλες ηθικές αξίες. Ηταν από τους πρώτους που εναντιώθηκαν στα βασανιστήρια που έκαναν οι Γάλλοι στους Αλγερινούς. Αυτό ήταν ακριβώς το έναυσμα για να γράψω το «Ντζεμπέλ» που έχει θέμα τον πόλεμο της Αλγερίας.

– Το νουάρ, τις δύο τελευταίες τουλάχιστον δεκαετίες, είναι για τη λογοτεχνία ό,τι έχει υπάρξει το μυθιστόρημα στον 19ο αιώνα;

– Το νουάρ μυθιστόρημα έχει αλλάξει τα τελευταία 25 χρόνια. Πριν ήταν κάτι το επίπεδο. Υπήρχε ο φόνος, η έρευνα και η λύση. Παράδειγμα η Αγκάθα Κρίστι που βλέπουμε την αστική βρετανική τάξη, περίπου τον ίδιο «χώρο» σε όλα της τα μυθιστορήματα. Μετά τον πόλεμο της Αλγερίας στη Γαλλία, αλλά και στην Αμερική μετά τον πόλεμο στο Βιετνάμ, αναδύθηκε μία γενιά συγγραφέων αστυνομικών μυθιστορημάτων που ήθελαν όμως να αναρωτηθούν σχετικά με τη θέση τους στην κοινωνία. Σε σχέση με το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα στο αστυνομικό προέχει η δράση και λιγότερο το στυλ γραφής. Οι συγγραφείς της γενιάς μου όμως κατάλαβαν ότι έπρεπε να καταπιαστούν και με τη γραφή καθαυτή, για να έχει μια αξία το έργο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ