ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: (Πώς) Μαθαίνουμε από τα λάθη μας;

ΙΩΣΗΦ ΚΟΒΡΑΣ*, ΦΥΛΛΙΣ ΠΑΠΑΔΑΥΙΔ**

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ε​​να στοιχείο που συναντάμε σχεδόν σε όλες τις χώρες σε περιόδους οικονομικής κρίσης είναι η προσπάθεια των πολιτικών ελίτ να προβάλλουν την «κρίση ως ευκαιρία». Σε μια απόφαση προς την κατεύθυνση της ενασχόλησης με το παρελθόν, η πρόεδρος της Βουλής αποφάσισε να συστήσει μια νέα «Επιτροπή Αλήθειας» για το δημόσιο χρέος. Δεν ήταν η πρώτη του είδους της. Ανάλογες επιτροπές έχουν συσταθεί τόσο στην Ισλανδία μετά την κατάρρευση του 2008, όσο και στην Κύπρο το 2013, αλλά και πολύ πρόσφατα στην Ιρλανδία (2014).

Μηχανισμοί ενασχόλησης με το παρελθόν, όπως οι «Επιτροπές Αλήθειας», αποτελούν κρίσιμο στοιχείο πολιτικής δικαιοσύνης για κοινωνίες που βιώνουν βαθιές οικονομικές κρίσεις. Αυτό γιατί η δίκαιη κατανομή του βάρους που συνεπάγεται μια τέτοια κρίση, προϋποθέτει προηγουμένως την απονομή (πολιτικών και ποινικών) ευθυνών για τη δημιουργία της κρίσης. Επιπλέον, η ενασχόληση με το παρελθόν είναι εξέχουσας σημασίας για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς. Κυρίως, τα διδάγματα από τις αποτυχημένες πολιτικές του παρελθόντος θα πρέπει να αποτελούν την πυξίδα για τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Ετσι οι κρίσεις αποτελούν μεταβάσεις, οι οποίες συνδέουν συμβολικά το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Εντούτοις, η ελληνική επιτροπή για το χρέος αποκλίνει σημαντικά από την εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών επιτροπών και πάσχει σε πολλά σημεία. Το πλέον προβληματικό στοιχείο είναι η εντολή της. Η αποκλειστική ενασχόληση με το ζήτημα της δημιουργίας (και νομιμότητας) του δημόσιου χρέους προεξοφλεί ότι η ελληνική κρίση είναι προϊόν εξωγενών παρεμβάσεων και αφήνει ελάχιστο χώρο για την εξέταση σημαντικών ενδογενών θεσμικών προβλημάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε καμία από τις ευρωπαϊκές χώρες που σύστησαν επιτροπές αλήθειας το αντικείμενο της έρευνας δεν υπήρξε αποκλειστικά ο έλεγχος της νομιμότητας του χρέους ή του ρόλου των εξωτερικών «παιχτών». Αντίθετα, η εντολή των επιτροπών αυτών υπήρξε ευρύτερα η διερεύνηση των αιτιών (και των υπαιτίων) που οδήγησαν στην οικονομική κρίση.

Η εργαλειακή χρήση της επιτροπής -σαφές και από το σλόγκαν της («Ελεγξέ το – Διάγραψέ το»)- έχει ουσιαστικά προκαταλάβει και τα πορίσματά της: να χαρακτηρίσει ως «επαχθές» και συνεπακόλουθα να «διαγράψει» κομμάτι του χρέους. Σε αντίθεση με άλλες πρωτότυπες επιτροπές αλήθειας, οι οποίες ήταν ανεξάρτητες, η ελληνική πρωτοβουλία είναι μια συνταγή βγαλμένη από το παρελθόν, αφού λαμβάνει χώρα μέσα στο ίδιο κομματικό σύστημα το οποίο οι ίδιοι οι πολίτες εμπιστεύονται ελάχιστα. Πόσες κοινοβουλευτικές επιτροπές, άλλωστε, δεν έχουν συσταθεί από το 2009 για διάφορες υποθέσεις (Siemens, Βατοπέδι, Χρηματιστήριο κ.ο.κ.) με τα γνωστά σε όλους αποτελέσματα; Αντίθετα, η ισλανδική Επιτροπή Αλήθειας προχώρησε σε μια ανεξάρτητη και πολύ διεξοδική έρευνα για τους λόγους που οδήγησαν στην οικονομική κρίση και κατέληξε σε συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής για το πώς θα μπορούσαν οι θεσμοί να θωρακιστούν για να αποφευχθεί ανάλογη κρίση στο μέλλον.

Η συγκριτική εμπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι, ενώ η ενασχόληση με το παρελθόν είναι πολύ σημαντική υπόθεση, συνήθως επηρεάζει την κυβερνητική σταθερότητα και την προοπτική πολιτικών συναινέσεων που τόσο έχει ανάγκη ο τόπος. Σίγουρα το δίλημμα είναι μεγάλο: είναι προτιμότερο να ικανοποιηθεί η λαϊκή απαίτηση για κάθαρση, έστω και αν αυτό σημαίνει περαιτέρω πόλωση ή θα πρέπει να μπει σε πρώτο πλάνο η πολιτική ευρύτερων συναινέσεων που θεωρείται απαραίτητη για τη λήψη δύσκολων αποφάσεων, ακόμη και αν αυτό προϋποθέτει συμμαχίες με κόμματα που κρύβουν σκελετούς στο ντουλάπι τους;

Πολύ συχνά το δίλημμα αυτό είναι ψευδές. Οι πολιτικές ενασχόλησης με το παρελθόν όχι μόνο δεν θα πρέπει να εμποδίζουν, αλλά θα πρέπει να είναι σχεδιασμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να καθοδηγούν τις οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Ακριβώς αυτός είναι και ο λόγος που θα πρέπει να συνδυαστούν η πολιτική δικαιοσύνη, η οποία εστιάζει στο παρελθόν, με την οικονομική δικαιοσύνη, η οποία θα πρέπει να κοιτάζει στο μέλλον.

Δυστυχώς ο δημόσιος διάλογος περί κοινωνικής δικαιοσύνης έχει περιοριστεί σχεδόν αποκλειστικά στις πολιτικές εκείνες που θα προστατεύσουν τον δημόσιο τομέα. Οι περισσότεροι στην Ελλάδα ταυτίζουν την κοινωνική δικαιοσύνη με τη σταθερότητα των εισοδημάτων και κατά συνέπεια με την επέκταση του κράτους. Ενας ξεχειλωμένος δημόσιος τομέα παραμένει η ανοιχτή πληγή της οικονομίας, ιδιαίτερα για μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου η ζήτηση της προσιδιάζει την εικόνα μιας ανεπτυγμένης χώρας, ενώ η παραγωγή έχει όλα τα στοιχεία μιας αναπτυσσόμενης οικονομίας. Οσο απουσιάζει ένας αποτελεσματικός ιδιωτικός τομέας από την παραγωγή, η ανάκαμψη της Ελλάδας θα συνεχίσει να εξαρτάται από την κατανάλωση και κατά συνέπεια τον δανεισμό.

Οι πολιτικές ενασχόλησης με το παρελθόν δεν θα πρέπει μόνο να αποδίδουν ευθύνες εκεί που πραγματικά ανήκουν, μεταξύ αυτών και στο βαρύ και αναποτελεσματικό δημόσιο. Κυρίως θα πρέπει να δημιουργούν τις θεσμικές συνθήκες για να έχουν όλοι -κυρίως το 50,6% των νέων ανέργων- ίση πρόσβαση στην οικονομική ευκαιρία. Μόνο όταν οι πολιτικές ελίτ του τόπου καταλάβουν ότι η κοινωνική δικαιοσύνη είναι εγγενώς συνδεδεμένη με την οικονομική ευκαιρία -παρά με την οικονομική ασφάλεια- θα μπορέσουμε ανακάμψουμε.

* Ο κ. Ιωσήφ Κόβρας είναι ερευνητικός εταίρος στο Πανεπιστήμιο Queen’s του Μπέλφαστ.
** κ. Η Φύλλις Παπαδαυίδ είναι Senior Global FX Strategist στην BNP Paribas CIB και εταίρος στη Royal Society for the Encouragement of Arts.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ