ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Νίκη και ήττα, Ιστορία

«Σεις και τώρα και τότε δεν θέλετε τον πόλεμον μετά συμμάχων. […] Τότε έχετε πολιτικήν μικροελλαδικήν». Αυτά λέει ο Ελευθέριος Βενιζέλος στις 21 Οκτωβρίου 1915 στον πρώην πρωθυπουργό Δημήτριο Ράλλη, που εξακολουθεί να τον επικρίνει επειδή συμμάχησε με τη Βουλγαρία και τη Σερβία το 1912 (στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο). Και ο ασυλλόγιστος Ράλλης παραδέχεται αμέσως ότι με τη δική του καιροσκοπική πολιτική το 1912-13 η Ελλάδα δεν θα είχε αποκτήσει τη Μακεδονία! «Αναμένοντες την έκβασιν της συρράξεως, θα ηδυνάμεθα να κερδίσωμεν αμαχητί, αν όχι όλα άπερ κατέχομεν σήμερα, αλλά βεβαίως τας νήσους και την Ελασσόνα και την Ηπειρον και δεν ειξεύρω τι άλλο». Αρκεί αυτός ο κοινοβουλευτικός διάλογος για να φανεί η άβυσσος που χωρίζει τον Βενιζέλο από τους αντιπάλους του.

Με την έκρηξη και την εξάπλωση του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, γίνεται ολοένα πιο φανερό ότι προσφέρεται στο ελληνικό κράτος η καλύτερη αλλά και τελευταία ευκαιρία εδαφικής επέκτασης και ενσωμάτωσης των αλύτρωτων ακόμη ελληνικών πληθυσμών. Τα περιθώρια αναμονής εξαντλούνται ραγδαία καθώς οι πληθυσμοί αυτοί (προπαντός στην Τουρκία) απειλούνται με άμεση και οριστική εξαφάνιση. Αλλά και τα ίδια τα κέρδη των Βαλκανικών Πολέμων κινδυνεύουν (ιδίως στη Μακεδονία), καθώς οι εμπόλεμοι παραβιάζουν αδίστακτα την ελληνική κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα - που πιθανότατα δεν θα σεβαστεί ούτε ο τελικός νικητής. Σε κάθε περίπτωση, ενδεχόμενη ανατροπή της ισορροπίας της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, με τη διόγκωση είτε της Βουλγαρίας είτε της Σερβίας, συνιστά σοβαρή απειλή που η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει αργότερα μόνη, αν μείνει χωρίς συμμάχους.

Κατά συνέπεια, το ελληνικό κράτος δεν έχει την πολυτέλεια να παραμείνει ουδέτερο στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ούτε, όμως, μπορεί να συμπαραταχθεί με τις λεγόμενες Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία και Αυστροουγγαρία), όπως θα προτιμούσαν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, το περιβάλλον του και ο πρώην πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης (με τους γιους του Νικόλαο και Ιωάννη). Σύμμαχοι των Κεντρικών Δυνάμεων γίνονται οι κατεξοχήν εχθροί της Ελλάδας (Τουρκία και Βουλγαρία), με συμφέροντα και σχέδια που είναι αδύνατο να συμβιβαστούν με τα ελληνικά.

Επιπλέον, όπως θυμίζει ο Βενιζέλος στην ίδια κοινοβουλευτική συζήτηση, η Ελλάδα δεν μπορεί όχι να μεγαλώσει, αλλά ούτε καν να ζήσει αν βρεθεί αντίθετη «προς τας κρατούσας της θαλάσσης δυνάμεις», που είναι πρωταρχικά η Μεγάλη Βρετανία και δευτερευόντως (στη Μεσόγειο) η Γαλλία και η Ιταλία, δηλαδή οι δυνάμεις της λεγόμενης Αντάντ (μαζί με τη Ρωσία). Αν η Ελλάδα γινόταν σύμμαχος της Γερμανίας, θα έβλεπε να καταστρέφονται οι παράλιες πόλεις και η ίδια η πρωτεύουσά της και να εξαφανίζεται από το πρόσωπο της γης η εμπορική ναυτιλία της.

Τελικά, «θα εκινδυνεύομεν να αποθάνωμεν της πείνης διά του αποκλεισμού των παραλίων μας». Αυτό ακριβώς επρόκειτο να συμβεί στην Ελλάδα του Κωνσταντίνου το 1916-17, με τον ναυτικό αποκλεισμό της από τους στόλους της Αντάντ.

Οι επιλογές του Κωνσταντίνου

Επειδή, λοιπόν, η πρώτη τους προτίμηση είναι από κάθε άποψη ανέφικτη, ο Κωνσταντίνος και οι άλλοι γερμανόφιλοι υποστηρίζουν την ουδετερότητα της Ελλάδας, μαζί με τους λοιπούς αντιβενιζελικούς. Βαυκαλίζονται με τις υποσχέσεις του Βερολίνου ότι θα συγκρατήσει τους συμμάχους του (Τουρκία, Βουλγαρία αλλά και Αυστροουγγαρία). Ετσι θα διασωθούν, υποτίθεται, τόσο τα κέρδη των Βαλκανικών Πολέμων όσο και οι ελληνικοί πληθυσμοί της Τουρκίας.

Η ελληνική ουδετερότητα αποτελεί ασφαλώς την επιλογή που συμφέρει περισσότερο τη Γερμανία (και τους συμμάχους της). Ενδεχόμενη συμμαχία με την Ελλάδα θα επιβάρυνε το Βερολίνο με το δυσβάστακτο βάρος του (χερσαίου) εφοδιασμού της χώρας και με τον εφιάλτη της αέναης και ατελέσφορης διαιτησίας μεταξύ της Ελλάδας και των άλλων συμμάχων. Επιπλέον, η ουδετερότητα προσφέρεται ως επιλογή που μπορεί να έχει και λαϊκή υποστήριξη, αφού υπόσχεται ότι θα διαφυλάξει την Ελλάδα από τις αιματηρές θυσίες και τις καταστροφές που υφίστανται άλλες μικρές χώρες, όπως το Βέλγιο και προπαντός η γειτονική Σερβία.

Για να συγκαλύψει την ανομολόγητη εξυπηρέτηση γερμανικών συμφερόντων, ο Κωνσταντίνος άρχισε από την άνοιξη του 1915 (μέσω του εκλεκτού του Δημητρίου Γούναρη) παραπλανητικές και παρελκυστικές διαπραγματεύσεις με την Αντάντ, δήθεν για τη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο. Μόνο όταν εξαντλήθηκαν πλέον τα περιθώρια ανοχής της Αντάντ, μετά τα Νοεμβριανά του 1916, προέκυψε ως λύση απελπισίας η απροκάλυπτη συμμαχία με τη Γερμανία. Για να σώσει το καθεστώς του, ο Κωνσταντίνος ήταν πλέον αποφασισμένος να συμπράξει με τους Γερμανοβουλγάρους σε συντονισμένη επίθεση εναντίον των δυνάμεων της Αντάντ στο Μακεδονικό Μέτωπο. Αλλά οι Γερμανοί δεν το αποφάσισαν.

Την ίδια σύμπραξη συνέχισε να προτείνει ο Κωνσταντίνος και από την Ελβετία, μετά την έξωσή του από την Ελλάδα τον Ιούνιο του 1917. Ούτε τότε ενδιαφέρθηκαν οι Γερμανοί, αλλά εξακολούθησαν να τον χρηματοδοτούν. Αλλωστε, οι υποστηρικτές του τους πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες υποκινώντας στάσεις και λιποταξίες στον ελληνικό στρατό, μολονότι η Ελλάδα ήταν πλέον σε πόλεμο με τη Γερμανία και τους συμμάχους της.

Η στρατηγική του Βενιζέλου

Από την πλευρά του, ο Βενιζέλος είχε προ πολλού διαμορφώσει την ακλόνητη πεποίθηση ότι η άριστη επιλογή για τα ελληνικά συμφέροντα ήταν η συμμαχία ειδικά με τη Μεγάλη Βρετανία (δηλαδή και με τη Γαλλία). Τον Δεκέμβριο του 1912 και τον Ιανουάριο του 1913 είχε συνομιλίες στο Λονδίνο με τον τότε υπουργό Οικονομικών Λόυδ Τζωρτζ και τον τότε υπουργό Ναυτικών Ουίνστον Τσώρτσιλ, που είχε μάλιστα προτείνει να παραχωρηθεί η Κύπρος στην Ελλάδα, με μόνο αντάλλαγμα τη χρήση από τον βρετανικό στόλο αγκυροβολίου στο Αργοστόλι σε περίπτωση πολέμου. Το ζήτημα επρόκειτο να περιληφθεί σε επίσημη συνθήκη συμμαχίας, που έμεινε όμως για το μέλλον.

Μόλις ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, τον Αύγουστο του 1914, ο Βενιζέλος έσπευσε να προσφέρει τη συμμαχία της Ελλάδας στην Αντάντ. Εκείνη όμως απέκρουσε τότε την προσφορά, κυρίως για να μην προκαλέσει την Τουρκία και τη Βουλγαρία, που ήσαν ακόμη ουδέτερες. Ο Βενιζέλος, πάντως, δεν έπαψε να επιζητεί τη συμπαράταξη της Ελλάδας με τη Μεγάλη Βρετανία και τους συμμάχους της.

Τον Ιανουάριο του 1915, η Αγγλία εξ ονόματος της Αντάντ υποσχέθηκε στην Ελλάδα «σοβαρά ανταλλάγματα» στη Μικρά Ασία αν βοηθούσε τη Σερβία. Ο Βενιζέλος θεώρησε τότε απαραίτητη τη σύμπραξη της Ρουμανίας, αν όχι και της Βουλγαρίας, στην οποία ήταν μάλιστα διατεθειμένος να προσφέρει ως αντάλλαγμα την περιοχή της Καβάλας και της Δράμας. Αμέσως, όμως, η αρνητική απάντηση της Ρουμανίας και η οριστική πλέον πρόσδεση της Βουλγαρίας στις Κεντρικές Δυνάμεις ανάγκασαν τον Βενιζέλο να απαντήσει αρνητικά στην Αντάντ, εξαιτίας της βουλγαρικής απειλής.

Λίγο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1915, ο Βενιζέλος πρότεινε στον Κωνσταντίνο τη συμμετοχή της Ελλάδας στην επιχείρηση των Δαρδανελλίων. Χάρη σ’ αυτήν, η Ελλάδα όχι μόνο θα είχε λόγο στη ρύθμιση του ζητήματος της Κωνσταντινούπολης και των Στενών (με στόχο τη διεθνοποίησή τους), αλλά και θα αποκτούσε τις ήδη υπεσχημένες εδαφικές παραχωρήσεις στη Μικρά Ασία.

Ο Βενιζέλος δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι «οιαδήποτε και αν είναι η έκβασις του πολέμου ως προς την Ρωσίαν και την Γαλλίαν, η Αγγλία και μόνη μένουσα θα δυνηθή να επιβάλη τελειωτικώς τους όρους της ειρήνης» (ιδίως στην Ανατολή). Στην ύστατη έκκλησή του στον Κωνσταντίνο, επέμεινε: «Εάν σπεύσωμεν, τα Δαρδανέλλια θα πέσουν. Και αποτυγχάνοντες, όμως, εξασφαλίζομεν διά της Αγγλίας και Γαλλίας την Βόρειον Ηπειρον, την Κύπρον, την Μικρασίαν. […] Η Αγγλία θέλει την συνεργασίαν και το μεγάλωμα της Ελλάδος. Μας το έδειξε καθαρά. Μόνον διά της Αγγλίας θα κρατήσωμεν όσα έχομεν και θα επεκταθώμεν εκ νέου».

Διαφαίνεται εδώ ο σύνθετος χαρακτήρας των υπολογισμών του Βενιζέλου, χωρίς τις συνηθισμένες απλουστεύσεις του ίδιου και των επικριτών του. Δεν προεξοφλεί τη νίκη συνολικά της Αντάντ ούτε την επιτυχία της συγκεκριμένης επιχείρησης των Δαρδανελλίων. Διαχωρίζει την Αγγλία από τους συμμάχους της και υπολογίζει ότι ειδικά αυτή δεν θα ηττηθεί τελικά, οπότε θα έχει τον κύριο λόγο για τους όρους της ειρήνης στην «καθ’ ημάς» Ανατολή. Με άλλα λόγια, η πρόσδεση της Ελλάδας στην Αγγλία αποτελεί για τον Βενιζέλο την ασφαλέστερη μακροπρόθεσμη επένδυση.

Δικαιώνοντας τις προβλέψεις του, τον Οκτώβριο του 1915 η Μεγάλη Βρετανία πράγματι πρόσφερε την Κύπρο αμέσως και ανεξάρτητα από την τελική έκβαση του πολέμου, με μόνο αντάλλαγμα να εφαρμόσει η Ελλάδα τη συνθήκη συμμαχίας της με τη Σερβία, που εκείνη την ώρα δεχόταν τη συνδυασμένη επίθεση Βουλγάρων, Γερμανών και Αυστριακών. Δεν ήταν, όμως, πλέον ο Βενιζέλος στην κυβέρνηση. Στην ουσία κυβερνούσε ο Κωνσταντίνος. Ετσι χάθηκε η μοναδική (όπως αποδείχθηκε) ευκαιρία ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Χάθηκε επίσης η καλύτερη ευκαιρία να εφαρμοστεί γενικά η πολιτική του Βενιζέλου. Η Ελλάδα και η συμμαχία της είχαν μέγιστη αξία αν έμπαινε στον πόλεμο ενωμένη, όπως ήλπιζε και ο ίδιος μέχρι τη δεύτερη παραίτησή του, τον Σεπτέμβριο του 1915. Υστερα όμως, ο εθνικός διχασμός υπονόμευσε το αξιόμαχο της χώρας και την αξία της ως συμμάχου. Παρά τις προσπάθειες της Προσωρινής Κυβέρνησης και τον ηρωισμό του μικρού στρατού της από το 1916, παρά την επανένωση του κράτους το 1917, μόνο με πρωτοφανή σε σκληρότητα μέτρα (και αθρόες εκτελέσεις στασιαστών και λιποτακτών) κατάφερε τελικά η Ελλάδα να παρατάξει ανάλογη στρατιωτική δύναμη, μόλις τους τελευταίους μήνες του πολέμου. Συνέβαλε έτσι στη νίκη στο Μακεδονικό Μέτωπο, που οδήγησε στην τελική κατάρρευση των Κεντρικών Δυνάμεων και των συμμάχων τους.

Μπόρεσε, λοιπόν, η Ελλάδα να συμμετάσχει στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης ως νικήτρια χώρα και να παρουσιάσει δικαιωματικά τις εδαφικές διεκδικήσεις της. Ωστόσο, ο Βενιζέλος θεώρησε αναγκαίο να συμπληρώσει την καθυστερημένη συμβολή και τις περιορισμένες θυσίες της χώρας του συνεισφέροντας ελληνικό εκστρατευτικό σώμα στην επέμβαση της Αντάντ εναντίον των μπολσεβίκων στην Ουκρανία.

Οι αποφάσεις του 1919-20

Η χώρα αναδύθηκε τελικά από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως η Μεγάλη Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» χάρη στη Συνθήκη των Σεβρών, που ήταν τυπικά η συνθήκη ειρήνης με την ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αλλά δεν έληξε τότε η ανάγκη συμμάχων. Αντίθετα μάλιστα. Από τη στιγμή της απόβασης ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, τον Μάιο του 1919, ο Βενιζέλος μπορούσε βάσιμα να υπολογίζει ότι η Ελλάδα δεν θα αντιμετώπιζε ποτέ μόνη της ενδεχόμενη αντίσταση εκ μέρους των Τούρκων, αλλά μόνο σε σύμπραξη με τις νικήτριες Μεγάλες Δυνάμεις και, ιδίως, σε σύμπραξη με τη Μεγάλη Αρμενία που επρόκειτο να δημιουργηθεί.

Είναι χρήσιμη εδώ μια σύγκριση με την περίπτωση της Γερμανίας. Οπως ακριβώς και με τη Γερμανία, τα σχέδια των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου περιλάμβαναν τη διαρκή εξουδετέρωση της Τουρκίας ως στρατιωτικής απειλής που θα μπορούσε στο μέλλον να ανατρέψει τους όρους της συνθήκης ειρήνης.

Πέρα από τους γνωστούς περιορισμούς που επιβλήθηκαν από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών στον αριθμό και τον εξοπλισμό των δικών της ενόπλων δυνάμεων, η Γερμανία θα παρέμενε μόνιμα περικυκλωμένη από μια ακαταμάχητη συμμαχία τεσσάρων κρατών με επικεφαλής τη Γαλλία. Στο πλευρό της Γαλλίας, τον σιδερένιο κλοιό συμπλήρωναν η Πολωνία, η Τσεχοσλοβακία και το Βέλγιο. Και οι τρεις χώρες συνδύαζαν δύο καίρια χαρακτηριστικά: ιστορική έχθρα απέναντι στη Γερμανία και αξιόλογη στρατιωτική ισχύ (περιλαμβανομένης και πολεμικής βιομηχανίας).

Τον ίδιο ακριβώς ρόλο στην περίπτωση της Τουρκίας επρόκειτο να παίξουν δύο κράτη με ανάλογα χαρακτηριστικά: η μεγαλωμένη Ελλάδα από τα δυτικά και η νεοσύστατη μεγάλη Αρμενία από τα ανατολικά. Η κοινή έχθρα απέναντι στους Τούρκους και η ζωτική ανάγκη διαφύλαξης των κεκτημένων αποτελούσαν την καλύτερη εγγύηση μελλοντικής τους συνεργασίας. Γι’ αυτό, άλλωστε, ο Βενιζέλος συνιστούσε στους Ελληνες του Πόντου να ενταχθούν στην Αρμενία, αφού η Ελλάδα ήταν μακριά και αδυνατούσε να ενσωματώσει την περιοχή τους.

Επιπλέον, πέρα από τη συνδυασμένη πολεμική ισχύ Ελλάδας και Αρμενίας, υπήρχε και η προοπτική στρατιωτικής παρουσίας σε περιοχές της Μικράς Ασίας από δύο τουλάχιστον Μεγάλες Δυνάμεις (Γαλλία και Ιταλία). Τέλος, όπως και στην Κεντρική Ευρώπη, τη μονιμότητα όλων των ρυθμίσεων επρόκειτο να εξασφαλίζει η νεοπαγής Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ), με υπέρτατη εγγύηση τη συντριπτική ισχύ των ΗΠΑ.

Ο Βενιζέλος δεν υπήρξε ούτε λιγότερο διορατικός ούτε περισσότερο απερίσκεπτος από όλους τους άλλους πολιτικούς που συνδιαμόρφωσαν μια νέα τάξη πραγμάτων σε βάρος των ηττημένων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πιστεύοντας ότι αυτή θα έχει διάρκεια και αντοχή. Ποιος μπορούσε τάχα να προβλέψει τον Ιούνιο του 1919, όταν υπογραφόταν η Συνθήκη των Βερσαλλιών, τη σωματική και ψυχική κατάρρευση του Αμερικανού προέδρου Ουίλσον μετά από μόλις λίγους μήνες και τη συνακόλουθη αποτυχία του να εξασφαλίσει την έγκριση της Συνθήκης από τη Γερουσία με την απαιτούμενη πλειοψηφία (2/3 των παρόντων);

Η αποτυχία αυτή σήμανε την αναπάντεχη επιστροφή των ΗΠΑ στον απομονωτισμό και στέρησε τα κατεξοχήν δημιουργήματα του Ουίλσον από το ισχυρότερο έρεισμά τους. Ανάμεσά τους η ΚτΕ αλλά και η Αρμενία, που αφέθηκε σχεδόν αβοήθητη να διαμελιστεί μεταξύ Τουρκίας και Σοβιετικής Ρωσίας, ελάχιστους μήνες μετά τη δημιουργία της στο χαρτί της Συνθήκης των Σεβρών. Ετσι όμως έλειψε και η φυσική σύμμαχος της Ελλάδας, τερματίζοντας την περικύκλωση της Τουρκίας.

Ο Βενιζέλος ασφαλώς δεν μπορούσε να προβλέψει τόσο ραγδαίες ανατροπές. Πάντως, δικαιώθηκε απόλυτα επενδύοντας εξαρχής στην αγγλοελληνική συμμαχία. Η Μεγάλη Βρετανία συνέχισε και τα επόμενα χρόνια να αποτελεί τον πιο σταθερό και αξιόπιστο σύμμαχο της Ελλάδας.

*Ο Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ