Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Από τον Αγγελόπουλο στον Λάνθιμο και αντίστροφα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Εκείνο τον Μάιο του 1998, όταν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος σήκωσε στα χέρια του τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ Καννών, η στιγμή, όπως την αναπολώ τώρα, χρόνια μετά, ήταν μαγική. Ηταν η εποχή που η Ελλάδα βρισκόταν στην αρχή ενός αναπτυξιακού κύκλου, αν και παράλληλα θρεφόταν η «φούσκα» του Χρηματιστηρίου. Η διεθνής εικόνα της χώρας ήταν μάλλον περιθωριακή, χρειαζόταν μεγάλη ενίσχυση. Ο Χρυσός Φοίνικας ήταν ένα θετικό πρόσημο στον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό.

Οσοι δημοσιογράφοι καλύπταμε το Φεστιβάλ Καννών δεν αποφύγαμε τη συγκίνηση –βουρκώσαμε, θυμάμαι. Ο Μάρτιν Σκορσέζε είχε ανακοινώσει το βραβείο στον «cineaste Grec», η υποδοχή ήταν θερμή, έστω κι αν οι κριτικές για το «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» ήταν αντικρουόμενες. Ο Theo Angelopoulos είχε ήδη τη θέση του ανάμεσα στους κορυφαίους δημιουργούς του παγκόσμιου κινηματογράφου, που υπερασπίζονται τη δική τους στιλιστική γραφή, πεισματικά προσηλωμένοι στην τέχνη τους, στις θεματικές αναζητήσεις τους, με το βλέμμα τους στραμμένο στην κοινωνία και στην Ιστορία. Η ουτοπία του Θ. Αγγελόπουλου ήταν σκληρή, η πατρίδα που αποτύπωνε με τον φακό του ανάπηρη. Ομίχλη, υγρασία, περιπλάνηση, το ζητούμενο δεν ήταν η ρεαλιστική καταγραφή αλλά το νόημα. «Την εποχή της πολιτικοποίησης θεωρούσαμε τον εαυτό μας πολιορκητή του ουρανού. Δεν βλέπαμε πόσο η ατομική ιστορία, του καθενός μας, επηρεάζει εμάς και τον κόσμο», έλεγε. «Η μεγάλη Ιστορία επεμβαίνει πάνω στη μικρή. Δεν την αλλάζει τελείως, αλλά την οροθετεί». Ο Θ. Αγγελόπουλος έκανε τους δικούς του απολογισμούς στον 20ό αιώνα, ποιητικούς, μελαγχολικούς, απαισιόδοξους, με επιμονή στον στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη περιπέτεια.

Στις αρχές του 21ου αιώνα, το 2009 για την ακρίβεια, ανέτειλε στις Κάννες το άστρο του Γιώργου Λάνθιμου, του «Κυνόδοντα» του «weird wave of Greek cinema» («αλλόκοτου κύματος»). Στο φετινό, 68ο Φεστιβάλ Καννών, που ολοκληρώθηκε χθες το βράδυ, ο Γ. Λάνθιμος συμμετείχε στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα, διεκδικώντας τον Χρυσό Φοίνικα, με τον «Αστακό», μια διεθνή συμπαραγωγή (Ιρλανδίας, Ηνωμένου Βασιλείου, Ελλάδας, Γαλλίας και Ολλανδίας), με διεθνές καστ ηθοποιών. Δεκαεπτά χρόνια μετά (από το 1998), έχει μεσολαβήσει μια αιωνιότητα και μια μέρα. Δεν είναι σχήμα λόγου. Η Ελλάδα έζησε στην παραζάλη της αμεριμνησίας, της ευμάρειας και, τώρα, της χρεοκοπίας, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα τρίζει, η χώρα είναι –και πάλι– απομονωμένη, αδύναμη και καταχρεωμένη.

Ο 42χρονος σκηνοθέτης, που ζει τα τέσσερα τελευταία χρόνια στην Αγγλία, σπούδασε στη Σχολή Σταυράκου, ασχολήθηκε με το βίντεο, με την τηλεόραση, με το θέατρο, με τον κινηματογράφο, πριν φτάσει στο Λος Αντζελες με τον «Κυνόδοντα» ως υποψήφιος για Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας (2011). Εχει δημιουργήσει, ήδη, έναν δικό του κινηματογραφικό κόσμο, αινιγματικό, ελλειπτικό, τοποθετώντας τους ήρωες των ταινιών του σε συνθήκες πειράματος και παρακολουθώντας, λες και ο ίδιος, τον τρόπο που θα αντιδράσουν, πώς θα πορευτούν, τι αποφάσεις θα πάρουν. Στον «Αστακό», μια ιστορία αγάπης τοποθετημένη σ’ ένα κοντινό, δυστοπικό, μέλλον, το «πείραμα» είναι σκληρό και τρυφερό, ρομαντικό και την ίδια στιγμή αμείλικτο. Απροσδόκητο. Τουλάχιστον έτσι το περιέγραψαν οι ηθοποιοί του στη συνέντευξη Τύπου. «Είναι μια ιστορία για τα τρομακτικά αποτελέσματα της μοναξιάς, του φόβου να πεθάνεις μόνος, του φόβου ότι θα ζήσεις μόνος και, πάνω απ’ όλα, του φόβου ότι θα ζήσεις με κάποιον άλλον», σημειώνει ο σκηνοθέτης. Ακολουθούμε κανόνες, ζούμε διαρκώς μέσα σε κανόνες. Αντιδράμε; Το ερώτημα που απευθύνει ο Λάνθιμος στον θεατή.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος και ο Γιώργος Λάνθιμος μεγάλωσαν σε διαφορετικούς κόσμους. Αλλιώς. Οι ανησυχίες τους δεν φαίνεται να διασταυρώνονται κινηματογραφικά, εκ πρώτης όψεως. Αλλά μόνο εκ πρώτης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ