ΕΛΛΑΔΑ

Η δίκη του Μανώλη Γλέζου

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΑΚΚΑΣ*

Ο Μανώλης Γλέζος (αριστερά) συνομιλεί με τον δικηγόρο Νικηφόρο Μανδηλαρά κατά τη διάρκεια της δίκης. Ο Μανδηλαράς υπερασπιζόταν την αδελφή του Γλέζου και τον σύζυγό της.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Παγκόσμιο ενδιαφέρον και κινητοποιήσεις με πολιτικές προεκτάσεις

Οι εκλογές της 11ης Μαΐου 1958 με την εντυπωσιακή άνοδο της ΕΔΑ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και την πτώση του Κόμματος των Φιλελευθέρων θορύβησαν τον αστικό πολιτικό κόσμο και ώθησαν την κυβέρνηση του Κων. Καραμανλή να υιοθετήσει πιο σκληρή στάση έναντι των πολιτικών της αντιπάλων. Αμέσως μετά τις εκλογές σημειώθηκαν εκρήξεις και εμπρησμοί σε γραφεία της ΕΔΑ σε επαρχιακές πόλεις και σ’ ένα μόλις εξάμηνο συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν 175 στελέχη της. Για την κυβέρνηση της ΕΡΕ, η ΕΔΑ λειτουργούσε καθοδηγούμενη έξωθεν ως «όστρακο κάτω από το οποίο κρυβόταν το ΚΚΕ». Κορυφαία εκδήλωση των διώξεων εναντίον της αποτέλεσε η σύλληψη τον Δεκέμβριο του 1958 δεκαεπτά στελεχών της, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Μανώλης Γλέζος διευθυντής της εφημερίδας «Αυγή», με την κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ της Σοβιετικής Ενωσης. Ειδικότερα ο Γλέζος κατηγορήθηκε ότι ήρθε σε επαφή με τον γενικό γραμματέα του ΚΚΕ Κώστα Κολιγιάννη, που βρισκόταν τότε παράνομα στην Ελλάδα, τον έκρυψε στην οικία της αδελφής του και συνεργάστηκε μαζί του για ένα διήμερο. Η δίκη κράτησε 14 ημέρες, από τις 9 ώς τις 22 Ιουλίου 1959.

Επιστολή Αλμπέρ Καμύ

Η σύλληψη του Γλέζου προκάλεσε το ενδιαφέρον της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Από τα τέλη Απριλίου 1959 άρχισαν να φτάνουν στην Αθήνα αντιπρόσωποι διεθνών οργανώσεων, οι οποίοι ερευνούσαν το θέμα και προέβαιναν σε αιτήματα για παραπομπή της υπόθεσης σε τακτικά δικαστήρια. Στις αρχές Μαΐου ανακοινώθηκε η ίδρυση Διεθνούς Επιτροπής με έδρα το Παρίσι, για την υπεράσπιση του Γλέζου και των συνεργατών του. Ο Γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος Αλμπέρ Καμύ σε επιστολή του προς τον Καραμανλή τον κάλεσε να «δείξει ευμένεια ως προς τον διανοούμενο [Γλέζο], του οποίου δεν ασπάζομαι τις πεποιθήσεις μεν, αλλά θεωρώ ότι η γενναιότητά του είναι άξια, αν μη τι άλλο, εκτίμησης». Μεγάλο ενδιαφέρον για την υπόθεση Γλέζου έδειξαν τα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης, που αποτέλεσαν τον κύριο μοχλό κινητοποίησης, αλλά και πολιτικοί και προσωπικότητες των γραμμάτων με σοσιαλιστικές και φιλελεύθερες πεποιθήσεις απ’ όλο τον κόσμο, οι οποίοι ανησυχούσαν για τις διώξεις και καταδίκες από στρατοδικεία των αντιφρονούντων στην Ελλάδα. Λίγο πριν ξεκινήσει η δίκη παρενέβη ο πρόεδρος της ΕΣΣΔ στρατάρχης Βοροσίλοφ με αίτημα την απελευθέρωση του «εθνικού ήρωα» της Ελλάδας Μ. Γλέζου. Ο Καραμανλής με δήλωσή του χαρακτήρισε την κινητοποίηση του διεθνούς κομμουνισμού για τον Γλέζο ως απόπειρα παρέμβασης στα εσωτερικά της χώρας, η οποία είναι «προκλητική και απαράδεκτη». Μετά τη δίκη, τον Δεκέμβριο του 1959, η Σοβιετική Ταχυδρομική Υπηρεσία εξέδωσε αναμνηστική σειρά μ’ ένα γραμματόσημο με προσωπογραφία του Γλέζου. Σε αντίδραση, η ελληνική κυβέρνηση εξέδωσε σειρά δύο γραμματοσήμων με την προσωπογραφία του ηγέτη της ουγγρικής εξέγερσης του 1956, Ιμρε Νάγκυ, ο οποίος είχε ήδη εκτελεστεί από το φιλοσοβιετικό καθεστώς της χώρας του.

Ποινές ισοβίων, κάθειρξης και εξορίας

Η δίκη των στελεχών της ΕΔΑ και του ΚΚΕ διεξήχθη στο Τακτικό Στρατοδικείο Αθηνών. Σύμφωνα με το βούλευμα οι πέντε από τους κατηγορούμενους (Γ. Τρικαλινός, Ελευθ. Βουτσάς, Θεοδ. Ευθυμιάδης, Αντ. Συγγελάκης και Αντ. Καρκαγιάννης), παραπέμπονταν «διά προσφοράν εις κατασκοπείαν υπέρ της Σοβιετικής Ενώσεως». Οι υπόλοιποι, ανάμεσα στους οποίους και ο Γλέζος, κατηγορούνταν ότι ήλθαν σε επαφή με την ομάδα των πέντε και τη διευκόλυναν, ώστε να φέρει σε πέρας την κατασκοπεία. Πρόεδρος του Στρατοδικείου ορίστηκε ο συνταγματάρχης Ν. Πολυχρονόπουλος, ενώ την έδρα του Βασιλικού Επιτρόπου κατείχε ο συνταγματάρχης της στρατιωτικής δικαιοσύνης Χ. Σκόρδας. Συνήγοροι των κατηγορουμένων ήταν κορυφαίοι ποινικολόγοι (Ηλ. Ηλιού, Στ. Κανελλόπουλος, Κ. Στεφανάκης, Γ. Μαγκάκης κ.ά.), ενώ οι τρεις από τους τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας ήταν αξιωματικοί της Ασφάλειας.

Αστυνομικά μέτρα

Από την πρώτη ημέρα της δίκης τα αστυνομικά μέτρα, που είχαν ληφθεί, ήταν ιδιαίτερα εμφανή. Απαγορεύτηκε η συγκέντρωση πολιτών γύρω από το δικαστήριο, ενώ στην είσοδο αστυνομικοί και στρατιώτες ήλεγχαν τις ταυτότητες των εισερχόμενων δικηγόρων, δημοσιογράφων κ.ά. Με την έναρξη της δίκης οι συνήγοροι υπεράσπισης υπέβαλαν ένσταση κατά της αρμοδιότητας του στρατοδικείου, υποστηρίζοντας την αντισυνταγματικότητα του νόμου 375 και ζητώντας την παραπομπή των κατηγορουμένων στα τακτικά δικαστήρια. Το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση, όπως απέρριψε και την ένσταση εξαίρεσης του πρώτου και βασικότερου μάρτυρα κατηγορίας αστυνόμου Κ. Παπασπυρόπουλου, επειδή είχε εκτελέσει καθήκοντα προανακριτή. Ο επίτροπος χαρακτήρισε την ένσταση εξαίρεσης ως αστήρικτη, δεδομένου ότι ο μάρτυρας «δεν θα προέβαινε σε κρίσεις, αλλά θα κατέθετε γεγονότα, τα οποία υπέπεσαν στην αντίληψή του».

Στις 16 Ιουλίου ο Γλέζος υποστήριξε στην απολογία του ότι η εναντίον του κατηγορία ήταν σκευωρία, για να εμφανιστεί η ΕΔΑ ως κατασκοπευτικός οργανισμός και να αποξενωθεί από τον ελληνικό λαό. Επίσης επικαλέσθηκε άλλοθι για να αποδείξει ότι δεν συναντήθηκε με τον Κολιγιάννη στο σπίτι της αδελφής του στις 16 Αυγούστου 1958. Εκείνο το απόγευμα είχε πάει κινηματογράφο με τη σύζυγό του και την επομένη είχε επισκεφτεί τη μητέρα του στη Ραφήνα. «Αν ήξερα», τόνισε ο Γλέζος, «ότι ο Κολιγιάννης ήταν εδώ θα επεδίωκα να τον συναντήσω για λόγους πολιτικούς και δημοσιογραφικούς». Δύο ημέρες αργότερα στην αγόρευσή του ο βασιλικός επίτροπος καταφέρθηκε κατά των κομμουνιστικών καθεστώτων, του διεθνούς κομμουνισμού και των ντόπιων οργάνων του και ζήτησε να επιβληθούν βαριές ποινές σε ορισμένους από τους κατηγορούμενους. Αναφερόμενος στον Γλέζο ζήτησε να μην καταδικαστεί για την υπόθεση της κατασκοπείας, αλλά διότι γνώριζε και δεν ενημέρωσε τις αρχές. Ο Γλέζος, είπε χαρακτηριστικά ο επίτροπος, «είναι πρώτα κομμουνιστής και ύστερα Ελλην. Στο όνομα του Γλέζου ο διεθνής κομμουνισμός δίδει μάχες κατά της Ελλάδος... τον Γλέζο τον μεταχειρίζεται ο διεθνής κομμουνισμός όπως οι Αμερικανοί τους πιθήκους και τα ποντίκια εντός των πυραύλων και όπως οι Ρώσοι τη Λάικα μέσα εις τον Σπούτνικ».

Στις 22 Ιουλίου το Στρατοδικείο ανακοίνωσε την απόφασή του για τις ποινές των κατηγορουμένων. Οι Βουτσάς και Τρικαλινός καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά, οι άλλοι σε μικρότερες ποινές και ο Γλέζος σε φυλάκιση πέντε ετών, εξορία στον Αγ. Ευστράτιο για τέσσερα έτη και οκταετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Λίγες ώρες αργότερα η Διοικούσα Επιτροπή της ΕΔΑ σε ανακοίνωσή της για την απόφαση του Στρατοδικείου υποστήριζε ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν ήταν βαρύτατες και ότι η δίκη κατέδειξε στην παγκόσμια κοινή γνώμη την «έκταση του διωγμού που υφίσταται στην Ελλάδα η Δημοκρατία». Τελικά ο Γλέζος αποφυλακίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1962 ως αποτέλεσμα της δημόσιας κατακραυγής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Καταδικάστηκαν βάσει ισχυρισμών και όχι αποδείξεων

Οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν σε καιρό ειρήνης ενώπιον στρατοδικείου κατ’ εφαρμογή του εκτάκτου νόμου 375 του 1936 «περί τιμωρίας των εγκληματικών ενεργειών των απειλουσών την εξωτερικήν ασφάλειαν της χώρας». Περίπου το 1/3 των 47 σελίδων του κατηγορητηρίου αφιερώθηκε σε γενικές απόψεις για τις μεθόδους και τη δράση του ΚΚΕ. Κατά παρόμοιο τρόπο ο πρόεδρος του δικαστηρίου, ο βασιλικός επίτροπος και οι μάρτυρες κατηγορίας αναφέρθηκαν περισσότερο σε θέματα πολιτικής και ιστορίας (του ΚΚΕ, του διεθνούς κομμουνισμού και της ΕΔΑ) παρά στα γεγονότα, που αφορούσαν τους κατηγορούμενους. Το παραπεμπτικό βούλευμα, οι καταθέσεις των οργάνων της Ασφάλειας και το κατηγορητήριο έτειναν στο να δώσουν στη δίκη χαρακτήρα κατ’ εξοχήν πολιτικό ταυτίζοντας τη δράση των Ελλήνων κομμουνιστών με την κατασκοπεία, με σκοπό να στιγματιστεί το ΚΚΕ με όρους δυσφημιστικούς (ως ένα κόμμα καθοδηγούμενο έξωθεν και άρα αντεθνικό, προδοτικό). Επιπλέον, καθώς ο Γλέζος ήταν ένας από τους σημαντικότερους ηγέτες της ΕΔΑ και διευθυντής της «Αυγής», η εναντίον του κατηγορία αποσκοπούσε στο να περιαγάγει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε πολιτική ανυποληψία.

Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν αποδείχτηκε τίποτα σε σχέση με τις υποτιθέμενες κατασκοπευτικές ενέργειες των κατηγορουμένων. Οι αξιωματικοί της Ασφάλειας αρνήθηκαν να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς τους επικαλούμενοι συστηματικά το «επαγγελματικό απόρρητο». Ουσιαστικά οι ποινές επιβλήθηκαν βάσει ισχυρισμών των οποίων οι πηγές δεν αποκαλύφθηκαν και όχι βάσει αποδείξεων που προσκομίστηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία.

* Ο κ. Γιάννης Σακκάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ