Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Σπίτια με ιστορίες χωρίς αρχή και τέλος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

«​Τι είναι σπίτι, για σένα;» ρωτάνε στο βίντεο έναν άστεγο. «Ασφάλεια», απαντάει. «Και για σένα;» απευθύνονται σε δεύτερο άστεγο. «Μυρωδιά φαγητού της μάνας, ο ήχος της τηλεόρασης, το τηλεκοντρόλ στο τραπέζι». Στη δράση της Στέγης Γραμμάτων X Apartments (αναλυτική αναφορά στη σημερινή πρώτη σελίδα των Τεχνών), με τα πολλά συνδηλούμενα, συμμετείχαν και δύο άστεγοι, πωλητές του περιοδικού «Σχεδία». Ηταν ανάμεσα σε εκείνους που μας υποδέχτηκαν σε δύο χωριστές σκηνές, σε μια ανενεργή αποβάθρα του Σταθμού Λαρίσης, θυμίζοντας ότι δεν είναι και τόσο απίθανο να βρεθεί κανείς στον δρόμο, χωρίς στέγη. Για παράδειγμα, ο Λάμπρος, ο οποίος ήρθε από τη Βραζιλία το ’97, με Ελληνες γονείς. Στη χώρα του ήταν τεχνικός ελεγκτής ποιότητας κρεάτων, με σπουδές στην Αργεντινή. Στην Ελλάδα δούλεψε ως ξενοδοχοϋπάλληλος (συνεννοείται σε πέντε γλώσσες), ζούσε σε μια γκαρσονιέρα στην Αθήνα, ήταν ικανοποιημένος. Το 2011, όμως, βρέθηκε στο Ταμείο Ανεργίας και ύστερα στον δρόμο, καθώς δεν μπορούσε να πληρώνει τα ενοίκια της γκαρσονιέρας. Τα τελευταία δύο χρόνια φιλοξενείται στο Ιδρυμα Αστέγων του Δήμου Αθηναίων, πουλάει τη «Σχεδία», μένει 8 ώρες στον δρόμο, διαθέτοντας περίπου 7 με 10 τεύχη την ημέρα. Και ονειρεύεται ότι ο «Μεγάλος θα τον βοηθήσει να αποκτήσει μια γκαρσονιέρα και πάλι».

Οσα σπίτια επισκεφτήκαμε, κατά κανόνα μικρά και φτωχικά, ήταν συγκινητικά φροντισμένα. Με ετερόκλητα έπιπλα, μαζεμένα από γνωστούς, αγορασμένα με ελάχιστο αντίτιμο, αλλά με το γούστο του καθενός που τα κατοικούσε. Φωτογραφίες, θρησκευτικές εικόνες, κεντήματα, μαξιλαράκια, λουλούδια, μπιμπελό, λούτρινα ζωάκια. Αυτά, τα τελευταία, παντού. Λες και η επαφή μαζί τους αναπληρώνει την ανάμνηση μιας αγκαλιάς που έχει χαθεί, το καθησυχαστικό συναίσθημα της οικειότητας που λείπει σε έναν τόπο ξένο.

Αλλά ακόμη και στην ταπεινή μονοκατοικία με την αυλή, του κ. Διονύση, κάπου στον Κολωνό, όπου κάθε λογής πράγματα στοιβάζονταν σε πλαστικές σακούλες, δίνοντας την εντύπωση του προσωρινού, σε ένα σπίτι που κατοικούσαν μισό αιώνα τώρα, το σήμα κατατεθέν ήταν μια μεγάλη λούτρινη αρκούδα, σκαρφαλωμένη σε ένα δέντρο. Για τη μικρή εγγονή που επισκέπτεται το σπίτι; Ποιος ξέρει; Ηταν πάντως εκεί, σαν εικαστική παρέμβαση, σαν εγκατάσταση. Ο κ. Διονύσης γέλασε. «Οχι, εγώ την έβαλα», διευκρίνισε, «έτσι μας εντόπισαν και από τη Στέγη».

Σε αυτήν την περιπλάνησή μας στις γειτονιές του υποβαθμισμένου κέντρου της πόλης, προσπεράσαμε και σπίτια κλειστά, εγκαταλελειμμένα, ποτισμένα από μια σιωπή δεκαετιών. Ενα τέτοιο οίκημα του 1907, όπου κάποτε στεγαζόταν το Μοντεσσοριανό Σχολείο, στην Αγίου Μελετίου, ήταν από τις πρώτες μας επισκέψεις.

Λευκοί πέτρινοι τοίχοι, μπλε πόρτες και παράθυρα, γύψινα σχέδια στις οροφές, μωσαϊκά κατεστραμμένα με την αίγλη άλλης εποχής και ένα μικρό αίθριο, μπαλκόνι όπου μας περίμενε το κέρασμα: λικέρ και λουκούμι. «Οδηγός» μας, μέσα από τα ακουστικά, η φωνή της κ. Καλλιόπης, μας ξεναγούσε στα δωμάτια, στην ιστορία του σπιτιού, στη σχέση του με τους γείτονες· πολλοί το αποστρέφονται, θα ήθελαν να μην υπάρχει: γάτες, χρήστες ουσιών, εστία μόλυνσης πιστεύουν.

Μπήκαμε και σε άλλα έρημα σπίτια. Με πιο άχαρο παρουσιαστικό ίσως, χωρίς την αίγλη που χαρίζει ο θαυμασμός των περαστικών, αλλά με ίχνη ζωής που τερματίστηκε μάλλον άκαιρα και βεβιασμένα. Πώς να συντηρηθούν, οι κληρονόμοι, και άλλα εμπόδια, ένα παρελθόν που δεν είχε βρει τη θέση του και τα φόρτωνε με κάτι δυσοίωνο. Οπως λέει και ο Σεφέρης: «Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις».

Σπίτια με ιστορίες χωρίς αρχή και τέλος. Διαμπερή. Κάποια σαρωμένα από την αντιπαροχή, άλλα μισοτελειωμένα, τα περισσότερα διαμερίσματα σε πολυκατοικίες. Οπως και να ’χει, τα σπίτια είναι οι άνθρωποι που τα κατοικούν, οι άνθρωποι που τα αφήνουν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ