ΚΟΣΜΟΣ

Το κύκνειο άσμα του Αϊζενχάουερ

ΕΦΗ ΠΕΝΤΑΛΙΟΥ*

Ιούλιος 1959. Νικίτα Χρουστσόφ και Ρίτσαρντ Νίξον στην περίφημη έντονη «συζήτηση για την κουζίνα» (kitchen debate) που είχαν, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του αντιπροέδρου των ΗΠΑ σε έκθεση αμερικανικών προϊόντων στη Μόσχα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στις αρχές του 1959 φαινόταν να διαγράφεται ένα άδοξο τέλος για τη θητεία του Αμερικανού προέδρου Ντουάιτ Ντέιβιντ Αϊζενχάουερ, ο οποίος εμφανιζόταν πολιτικά αποδυναμωμένος. Η φυσική αδυναμία και η ασθένεια απειλούσαν να του δημιουργήσουν πολλαπλά αδιέξοδα. Τον Νοέμβριο του 1957 είχε υποστεί εγκεφαλικό, και στα τέλη του 1958 ήταν πλέον φανερό ότι ο υπουργός του των Εξωτερικών, ο Τζον Φόστερ Ντάλες, έχανε τη μάχη με τον καρκίνο. Τον Οκτώβριο του 1957, η Σοβιετική Ενωση είχε εντυπωσιάσει την υφήλιο με την εκτόξευση του δορυφόρου Σπούτνικ 1, για να ακολουθήσει ο Σπούτνικ 2 τον Νοέμβριο, ο οποίος μετέφερε σε διαστημική τροχιά και ένα σκυλάκι, τη Λάικα. Η σοβιετική ανάπτυξη στον τομέα της τεχνολογίας και των πυραύλων απειλούσε να καταστήσει το δυτικό αμυντικό δόγμα των «μαζικών αντιποίνων» λιγότερο αξιόπιστο. Αυτό προκάλεσε την επιτάχυνση της κούρσας των εξοπλισμών και την άνοδο των ψυχροπολεμικών εντάσεων σε επικίνδυνα επίπεδα. Το Δημοκρατικό Κόμμα κατηγόρησε τον Αϊζενχάουερ ότι επέτρεψε στους Σοβιετικούς να ξεπεράσουν τις ΗΠΑ στον τομέα των πυραύλων. Αυτό δεν ήταν ακριβές, αλλά η καταγγελία έκανε μεγάλη πολιτική ζημία στον πρόεδρο, σε μια εποχή κατά την οποία η αμερικανική οικονομία βρισκόταν σε καθοδική πορεία και η ανεργία κατέγραφε αυξητικές τάσεις. Στις εκλογές για το Κογκρέσο του 1958, οι Ρεπουμπλικανοί υπέστησαν αναπάντεχα μεγάλες απώλειες.

Ο Σοβιετικός ηγέτης προκαλεί ένταση λόγω Βερολίνου

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, στις 10 Νοεμβρίου 1958 ο Σοβιετικός ηγέτης Νικίτα Χρουστσόφ, σε δημόσια ομιλία του, απαίτησε από τα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας του Πότσνταμ (Βρετανία, Γαλλία και ΗΠΑ) να εγκαταλείψουν τα προνόμιά τους που απέρρεαν από το καθεστώς κατοχής στο Βερολίνο, και επομένως «να επιτρέψουν την επιστροφή της ομαλότητας στην πρωτεύουσα της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας». Από την πλευρά της, τόνισε ο Χρουστσόφ, η Σοβιετική Ενωση θα απέδιδε στη ΓΛΔ όλες τις λειτουργίες του Βερολίνου που εξακολουθούσαν να ασκούνται από τις σοβιετικές αρχές. Μόλις δύο εβδομάδες αργότερα, στις 27 Νοεμβρίου, σε μια άλλη ομιλία του, ο Σοβιετικός ηγέτης απαίτησε την αποστρατιωτικοποίηση του Βερολίνου σε διάστημα έξι μηνών, και μονομερώς το ανακήρυξε «ελεύθερη πόλη». Για μια ακόμη φορά, η κατάσταση στην πόλη απειλούσε να διαταράξει τις ευαίσθητες ισορροπίες του Ψυχρού Πολέμου. Οι ομιλίες του Χρουστσόφ προκάλεσαν μακρά κρίση σχετικά με τη βιωσιμότητα του Δυτικού Βερολίνου, που δεν θα επιλυόταν παρά μόνον με την ανέγερση του Τείχους το 1961.

Η πρωτοβουλία του Χρουστσόφ απέρρεε από έναν συνδυασμό των σοβιετικών στόχων με διάφορες διεθνείς διεργασίες. Οι εκκλήσεις του Δυτικογερμανού καγκελάριου, Κόνραντ Αντενάουερ, για επανένωση της Γερμανίας στη βάση των δυτικών όρων, είχαν προκαλέσει τη Μόσχα. Επιπλέον, οι Σοβιετικοί είχαν ενοχληθεί επειδή δεν είχαν καταφέρει να αποτρέψουν την ένταξη της Δυτικής Γερμανίας στο ΝΑΤΟ. Δυσφορούσαν, παρατηρώντας μια σειρά αδέξιων επιχειρήσεων «ψυχολογικού πολέμου» της CIA στην Ανατολική Ευρώπη, και φοβούνταν ότι οι Δυτικογερμανοί θα μπορούσαν να ξεκινήσουν μια σειρά δικών τους οικονομικών –ακόμη και στρατιωτικών– ενεργειών εναντίον του ανατολικού συνασπισμού. Τέλος, διέβλεπαν την έναρξη του δυτικογερμανικού «οικονομικού θαύματος» και ανησυχούσαν για την ανάπτυξη μιας πιο ανεξάρτητης δυτικογερμανικής εξωτερικής πολιτικής.

Μοχλός πίεσης

Ο Χρουστσόφ είδε το Δυτικό Βερολίνο ως ένα μοχλό πίεσης που θα του επέτρεπε να επιτύχει αρκετούς από τους στόχους του. Οι ενέργειές του σχετικά με την πόλη θα ασκούσαν πίεση στο ΝΑΤΟ, θα ισχυροποιούσαν τη θέση του στο εσωτερικό της χώρας του, και θα αναβίβαζαν το κύρος του στον κομμουνιστικό κόσμο, διασφαλίζοντας έτσι και την ομαλή πορεία των σινοσοβιετικών σχέσεων. Ενα Βερολίνο πλήρως κυριαρχούμενο από τη ΓΛΔ θα έθετε ένα τέρμα στη διαρκή απώλεια ανατολικογερμανικού πληθυσμού που κατέφευγε στη Δύση, ενώ παράλληλα θα σταματούσε τη λειτουργία ενός θυλάκου –όπως το έβλεπε η Μόσχα– ίντριγκας και κατασκοπείας μέσα στη σφαίρα επιρροής της. Πιθανότατα, ο Χρουστσόφ επέλεξε εκείνη τη στιγμή, θεωρώντας ότι η αναπόφευκτη πολιτική αποδυνάμωση του Αϊζενχάουερ και ο αναμενόμενος θάνατος του Ντάλες αδυνάτιζαν τη Δύση και αύξαναν τις δυνατότητες για μια σοβιετική επιτυχία.

Η Δύση, ωστόσο, είδε τις πράξεις του ως ένα τελεσίγραφο, και οι τρεις δυτικές δυνάμεις δεν υποχώρησαν. Ο Αϊζενχάουερ εμφανίστηκε αποφασισμένος να μην ενδώσει σε αυτό που πολλοί αποκάλεσαν «σοβιετική απόπειρα άσκησης πυρηνικής διπλωματίας». Παράλληλα, ήταν πεπεισμένος ότι η παρουσία των Αμερικανών στρατιωτών στο Δυτικό Βερολίνο αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση μιας αξιόπιστης δυτικής άμυνας.

Αν ο Χρουστσόφ ήλπιζε να χρησιμοποιήσει το Βερολίνο ως το πρώτο βήμα για μια εντυπωσιακή δική του παρουσία στη διεθνή σκηνή –σε αντιδιαστολή με την εμφανή αδυναμία του Αμερικανού  προέδρου – επρόκειτο σύντομα  να  αντιμετωπίσει  μια  μεγάλη έκπληξη.

Ο Αϊκ αναλαμβάνει διεθνείς πρωτοβουλίες

Το 1959, ο Αϊζενχάουερ θα εμφανιζόταν αναζωογονημένος – ένας «νέος Αϊζενχάουερ», που θα αντιμετώπιζε στιβαρά τους εσωτερικούς πολιτικούς αντιπάλους του στο Κογκρέσο και θα κυριαρχούσε στη διεθνή ειδησεογραφία. Αν και κατ’ αρχήν απρόθυμος να επιζητήσει την ύφεση απέναντι σε έναν πολιτικό τόσο απρόβλεπτο όσο ο Χρουστσόφ, ο Αϊζενχάουερ ανέλαβε πρωτοβουλίες. Ενήργησε πιστεύοντας ότι το πρόβλημα του Βερολίνου δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να επιλυθεί στο πεδίο της μάχης, αλλά μόνο μέσω διαπραγματεύσεων και υπό την ασπίδα μιας ισχυρής αποτροπής. Ηλπιζε, ακόμη, ότι η ύφεση θα ενθάρρυνε και αλλαγές στη σοβιετική διεθνή συμπεριφορά. Ετσι, όταν τον Ιανουάριο του 1959 ο Σοβιετικός αναπληρωτής πρωθυπουργός, Φρολ Κοζλόφ, επισκέφθηκε την Ουάσιγκτον μεταφέροντας μήνυμα του Χρουστσόφ που πρότεινε μια συνάντηση μεταξύ των δύο ηγετών, ο Αϊζενχάουερ αποφάσισε να διερευνήσει αυτή την πιθανότητα. Τον Μάιο του 1959, ο Χρουστσόφ αναίρεσε την εξάμηνη προθεσμία που είχε θέσει στο τελεσίγραφό του για την απομάκρυνση των δυτικών στρατευμάτων από το Βερολίνο και για την κήρυξή του σε «ελεύθερη πόλη», αν και δεν απέσυρε τις απαιτήσεις του στο σύνολό τους. Αυτό άνοιξε τον δρόμο για μια νέα συνάντηση των τεσσάρων υπουργών Εξωτερικών, στη Γενεύη, το καλοκαίρι του 1959, με σκοπό τη μείωση των εντάσεων στο Βερολίνο.

Ο ενθουσιασμός του Χρουστσόφ για μια επίσκεψη στην Αμερική δεν μειώθηκε, λόγω της αποτυχίας των συνομιλιών της Γενεύης τον Αύγουστο του 1959. Ούτε, αντίστοιχα, από την περίφημη έντονη «συζήτηση για την κουζίνα» (kitchen debate) που είχε τον Ιούλιο με τον Αμερικανό αντιπρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον: κατά τη διάρκεια επίσκεψης του τελευταίου σε έκθεση αμερικανικών προϊόντων στη Μόσχα, οι δύο άνδρες συζήτησαν έντονα και δημόσια για τη νέα αμερικανική τεχνολογία σε αυτό το είδος οικιακών συσκευών, οι οποίες προορίζονταν να βελτιώσουν ριζικά την καθημερινότητα του μέσου δυτικού καταναλωτή· ήταν μια επικοινωνιακή σύγκρουση των δύο κόσμων στο επίπεδο της ποιότητας ζωής. Ωστόσο, απτόητος, ο Σοβιετικός ηγέτης επέμενε να ελπίζει ότι κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στις ΗΠΑ θα πρότεινε στον Αμερικανό πρόεδρο τον «τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου». Τον Σεπτέμβριο του 1959 έφθασε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να βιώσει «τη μαγεία μιας συνάντησης με τον πρόεδρο». Ο Αϊζενχάουερ δεν τον απογοήτευσε. Τον προσκάλεσε στο προεδρικό θέρετρο του Καμπ Ντέιβιντ στην πανέμορφη εξοχή του Μέριλαντ.

Κατά τη συνάντησή τους, οι δύο άνδρες δεν συνήψαν κάποια σαφή συμφωνία, αλλά το κλίμα στις αμερικανοσοβιετικές σχέσεις βελτιώθηκε ριζικά, κάτι που τους επέτρεψε να συζητήσουν τόσο το ζήτημα του Βερολίνου όσο και θέματα αφοπλισμού. Επιπλέον, έπειτα από πρόταση του Χρουστσόφ, ο Αϊζενχάουερ ενθάρρυνε τη Βρετανία και τη Γαλλία να αποδεχθούν τη σύγκληση μιας συνάντησης κορυφής, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν πίστευε ιδιαίτερα σε αυτή τη μορφή της διπλωματίας, και είχε μάλιστα πει στον Σοβιετικό φιλοξενούμενό του ότι «οι πολιτικές συναντήσεις κορυφής συνήθως μοιάζουν σαν τις πραγματικές κορυφές των βουνών – είναι άγονες».

Κατάρρευση της διάσκεψης των Παρισίων

Η τετραμερής συνάντηση κορυφής πράγματι προγραμματίστηκε να συγκληθεί στο Παρίσι τον Μάιο του 1960, με αντικείμενο τον αφοπλισμό και το Βερολίνο. Επειτα από αρκετή ταλάντευση (που εκνεύρισε τις ΗΠΑ), ο Βρετανός πρωθυπουργός, Χάρολντ Μακμίλαν και ο Γάλλος πρόεδρος, Σαρλ ντε Γκωλ, αποφάσισαν να μετάσχουν. Ο Μακμίλαν ήθελε να επαναφέρει τη Βρετανία σε ρόλο διεθνούς πρωταγωνιστή μετά την αποτυχία της στο Σουέζ, και ο Ντε Γκωλ να ενισχύσει το κύρος της Γαλλίας. Ο Χρουστσόφ χαιρέτισε τη σύγκληση της διάσκεψης ως «την αυγή της ύφεσης», και πολλοί άρχισαν να συζητούν για το επικείμενο τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Η διάσκεψη κορυφής των Παρισίων, όμως, έμελλε να αποτύχει πριν ακόμη ξεκινήσει. Υπήρξε το θύμα αυτού του αναγκαίου συστατικού της αμερικανικής πολιτικής του «new look», δηλαδή των μυστικών επιχειρήσεων (covert operations). Την 1η Μαΐου 1959, οι Σοβιετικοί είχαν καταρρίψει ένα αμερικανικό κατασκοπευτικό αεροσκάφος U2, καθώς αυτό υπερίπτατο του σοβιετικού εδάφους, και είχαν συλλάβει τον πιλότο του, Γκάρι Πάουερς. Είχαν κρατήσει τη σύλληψή του μυστική, και έτσι ο Αϊζενχάουερ πίστευε ότι ήταν νεκρός. Προσπαθώντας να προστατέψει μυστικά που αφορούσαν την εθνική ασφάλεια, ο Αμερικανός πρόεδρος είπε ψέματα στους Σοβιετικούς και ισχυρίστηκε ότι το U2 ήταν μετεωρολογικό αεροσκάφος. Τότε, με αρκετή θεατρικότητα, οι Σοβιετικοί παρουσίασαν έναν ολοζώντανο και υγιή Πάουερς στα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Και όταν οι ηγέτες έφθασαν στο Παρίσι για τη διάσκεψη, ο Χρουστσόφ απαίτησε από τον Αϊζενχάουερ να ζητήσει δημοσίως συγγνώμη. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν το έκανε, και ο Σοβιετικός ηγέτης αποχώρησε από τη διάσκεψη. Στα απομνημονεύματά του, ο Αϊζενχάουερ αναφέρθηκε στο επεισόδιο αυτό ως «τη διάσκεψη που δεν έγινε ποτέ». Παρά την αμηχανία και την αναστάτωση που προκλήθηκε από την κατάρρευση της συνάντησης, το φθινόπωρο του 1959 ο Χρουστσόφ είχε αποφασίσει να αφήσει το ζήτημα του Βερολίνου να ατονήσει, τουλάχιστον προς στιγμήν. Αντιλαμβανόταν ότι ξεκινούσε μια μακρά περίοδος ελιγμών, ενώ θα μπορούσε να ξαναχρησιμοποιήσει το «χαρτί» του Βερολίνου απέναντι σε έναν νέο και πιθανόν άπειρο Αμερικανό πρόεδρο, που θα εκλεγόταν το 1960.

Οσο για τον Αϊζενχάουερ, τον χειμώνα του 1959-60 πραγματοποίησε δύο μεγάλες διεθνείς περιοδείες. Μία στη Λατινική Αμερική. Η άλλη ήταν η περίφημη επίσκεψή του σε έντεκα χώρες: μεταξύ τους, η Ιταλία, η Τουρκία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, η Ινδία, το Ιράν, η Ελλάδα και το Μαρόκο. Με τη δράση του το 1959-60 απέδειξε ότι ακόμη και οι πρόεδροι που διάγουν την πιο άχαρη και αδύναμη περίοδο της θητείας τους μπορούν και πρέπει να σκέφτονται ως παγκόσμιοι ηγέτες.

* Η κ. Εφη Πενταλιού είναι fellow, LSE IDEAS στο London School of Economics.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ