ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο ΦΠΑ αυξάνεται, αλλά τα έσοδα του Δημοσίου μειώνονται διαρκώς

ΘΑΝΟΣ ΤΣΙΡΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αυξήσαμε τους συντελεστές ΦΠΑ τρεις φορές στα χρόνια των Μνημονίων και τώρα ετοιμαζόμαστε για την 4η. Ηδη οι φορολογικοί συντελεστές είναι υψηλότεροι έως και 44% σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα. Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα;

Η φορολογητέα ύλη –δηλαδή ο καθαρός τζίρος επί του οποίου υπολογίζεται ο ΦΠΑ– έχει συρρικνωθεί πάνω από 45 δισ. ευρώ, ενώ τα έσοδα του Δημοσίου από τον φόρο προστιθέμενης αξίας έχουν ψαλιδιστεί περίπου κατά 5 δισ. ευρώ στην 6ετία της ύφεσης.

Η σύγχρονη ελληνική ιστορία αποδεικνύει –την ώρα που η νέα κυβέρνηση ετοιμάζεται να ακολουθήσει ξανά το μονοπάτι της αύξησης των έμμεσων φόρων– το αυτονόητο: αύξηση φορολογικών συντελεστών στην έμμεση φορολογία οδηγεί σε μείωση της κατανάλωσης και έξαρση της φοροδιαφυγής, με αποτέλεσμα, τα έσοδα αντί να αυξάνονται, τελικώς να μειώνονται.

Τι ψάχνουν οι δανειστές

Τα τελευταία διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία του ΦΠΑ έχουν γίνει «φύλλο και φτερό» τις τελευταίες εβδομάδες τόσο από τις υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών όσο και από τους δανειστές. Οι δύο πλευρές ξεσκόνιζαν τα στοιχεία με διαφορετικά κίνητρα. Οι δανειστές αναζητούσαν τους συντελεστές που θα επέφεραν τη μεγαλύτερη δυνατή αύξηση των φορολογικών εσόδων, ενώ η ελληνική πλευρά επιδίωκε να «προστατεύσει» τα κοινωνικά ευαίσθητα προϊόντα (τρόφιμα, φάρμακα, ηλεκτρικό ρεύμα) από τις μεγάλες επιβαρύνσεις. Ανεξαρτήτως κινήτρων, τα στατιστικά είναι αποκαλυπτικά για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η «φορολογική βάση»:

• Σε μια χώρα της οποίας το ΑΕΠ διαμορφώνεται ακόμη και σήμερα –παρά τα έξι χρόνια ύφεσης– στα 180 δισ. ευρώ, το συνολικό ποσό επί του οποίου υπολογίζεται ο ΦΠΑ περιορίζεται μόλις στα 80 δισ. ευρώ.

Οι συνολικές «εκροές» (δηλαδή τα έσοδα των επιχειρήσεων) ανέρχονται περίπου στα 190 δισ. ευρώ. Ωστόσο, αν αφαιρεθούν οι «εισροές» (δηλαδή οι δαπάνες των επαγγελματιών και των επιχειρήσεων), τότε το καθαρό αποτέλεσμα επί του οποίου υπολογίζεται ο ΦΠΑ πέφτει στα 80 δισ. ευρώ, καθώς ο «τζίρος» των εισροών είναι 110 δισ. ευρώ.

• Το 2009, ο αντίστοιχος καθαρός τζίρος για τον υπολογισμό του ΦΠΑ ήταν κατά τουλάχιστον 45 δισ. ευρώ μεγαλύτερος. Οι συντελεστές –οι οποίοι τότε ήταν χαμηλότεροι έως και κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες– εφαρμόζονταν σε συνολικό «καθαρό» έσοδο της τάξεως των 120 - 125 δισ. ευρώ.

Βέβαια, τότε το ΑΕΠ ήταν αντίστοιχα κατά τουλάχιστον 50 δισ. ευρώ μεγαλύτερο σε σχέση με αυτό του 2014. Επομένως, ένα μεγάλο μέρος της συρρίκνωσης οφείλεται στην ύφεση. Ωστόσο, ένα εξίσου σημαντικό μέρος οφείλεται στη φοροδιαφυγή και στη μη έκδοση αποδείξεων. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκτιμήσει τις απώλειες εσόδων από τον ΦΠΑ λόγω φοροδιαφυγής (το λεγόμενο κενό του ΦΠΑ) στα 6-6,5 δισ. ευρώ για την Ελλάδα.

• Από το 2010 μέχρι σήμερα, οι συντελεστές του ΦΠΑ έχουν αυξηθεί τρεις φορές: τον Μάρτιο του 2010, τον Ιούλιο του 2010 και τον Ιανουάριο του 2011. Αυτή που έρχεται θα είναι η 4η αύξηση σε μία πενταετία. Ο υπερχαμηλός και ο χαμηλός συντελεστής (σήμερα 6,5% και 13% αντίστοιχα) έχουν αυξηθεί κατά 44% (από 4,5% σε 6,5% και από 9% σε 13%), ενώ ο κανονικός συντελεστής κατά 22% (από το 19% στο 23%).

Μείωση εσόδων

Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Τα φορολογικά έσοδα να υποχωρήσουν κατά τη διάρκεια της ύφεσης πάνω από 20%. Το 2014, τα έσοδα από τον ΦΠΑ έπεσαν κάτω από τα 14 δισ. ευρώ, στα 13,6 δισ. ευρώ. Για το 2015 υπήρχε η εκτίμηση ότι ο ΦΠΑ θα αποδώσει 14,4 δισ. ευρώ. Ωστόσο, στο πρώτο πεντάμηνο υπήρξε υστέρηση άνω των 350 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον στόχο, ενώ τα έσοδα ήταν λιγότερα και όχι περισσότερα σε σχέση με το 2014.

Συγκριτικά με το 2008 τα έσοδα του ΦΠΑ έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 5 δισ. ευρώ παρά τη διαφορά των φορολογικών συντελεστών. Τότε, με συντελεστές 4,5%, 9% και 19% είχαν εισπραχθεί 18,24 δισ. ευρώ. Το 2014, με συντελεστές 6,5%-13% και 23% τα έσοδα έπεσαν στα 13,6 δισ. ευρώ.

Ο χαμηλός συντελεστής «στόχος» των πιστωτών

Τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών που κατανέμουν τον τζίρο αλλά και τα έσοδα του ΦΠΑ με βάση τον συντελεστή, αποδεικνύουν για ποιο λόγο οι δανειστές εμμένουν τόσα χρόνια στο να καταργηθεί ο πολύ χαμηλός συντελεστής του 6,5% και οι εκπτώσεις στα νησιά. Αποδεικνύουν επίσης για ποιο λόγο ζητείται από τους «θεσμούς» η μετάθεση όσο το δυνατόν περισσότερων προϊόντων από τον χαμηλό συντελεστή (σήμερα 13%) στον κανονικό.

Ο υπερ-χαμηλός συντελεστής του 6,5%, αποδίδει -σύμφωνα με τα στοιχεία από τον επεξεργασία των περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ- έσοδα μόλις 340 εκατ. ευρώ. Ο καθαρός «τζίρος» όμως στον συγκεκριμένο συντελεστή διαμορφώνεται σε πάνω από πέντε δισεκατομμύρια ευρώ. Με την κατάργηση του υπερ-χαμηλού συντελεστή -κάτι που σημαίνει ότι φάρμακα, εφημερίδες, βιβλία και ξενοδοχειακές υπηρεσίες θα φορολογούνται αυτομάτως με 13%- τα έσοδα θα εκτινάσσονταν στα 650 εκατομμύρια ευρώ. Αυτό βέβαια θα γινόταν θεωρητικά, καθώς αύξηση συντελεστή, μπορεί να επιφέρει αύξηση φοροδιαφυγής και μείωση κατανάλωσης.

Αντίστοιχη είναι η εικόνα και με τους συντελεστές των νησιών. Οι τρεις συντελεστές που ισχύουν σε Δωδεκάνησα, Κυκλάδες, Βόρειες Σποράδες κ.λπ., αποφέρουν έσοδα μόλις 675 εκατ. ευρώ παρά το γεγονός ότι ο καταγεγραμμένος καθαρός τζίρος (εκροές μείον εισροές) ανέρχεται στα έξι δισεκατομμύρια ευρώ. Με κατάργηση του ευνοϊκού καθεστώτος –που σημαίνει ότι τα προϊόντα θα φορολογούνταν με συντελεστές 6,5%, 13% και 23% αντί για 5%, 9% και 16%- τα έσοδα θα εκτοξεύονταν κοντά στο ένα δισ. ευρώ και πάλι βέβαια με την προϋπόθεση της διατήρησης των εσόδων στα ίδια επίπεδα.

Ολο το προηγούμενο διάστημα, η κυβέρνηση μιλούσε για προσπάθεια αλλαγής του συστήματος ΦΠΑ με τέτοιο τρόπο ώστε να λειτουργήσει αναδιανεμητικά. Δυνατότητα αναδιανομής εισοδήματος μέσω των συντελεστών ΦΠΑ δεν υπάρχει, καθώς ο συγκεκριμένος φόρος είναι έμμεσος και χτυπάει οριζόντια τα πλούσια και τα φτωχά στρώματα. Αυτό που εννοούσε η κυβέρνηση είναι ότι θα επιδίωκε οι αυξήσεις να επικεντρωθούν σε προϊόντα που δεν χαρακτηρίζονται «πρώτης ανάγκης» (δηλαδή τρόφιμα, ηλεκτρική ενέργεια και φάρμακα) έτσι ώστε να μην θιγούν οι φτωχότεροι που καταναλώνουν αποκλειστικά τέτοια είδη.

Είδη πρώτης ανάγκης

Τα περισσότερα από τα είδη πρώτης ανάγκης κατατάσσονται σήμερα στον συντελεστή 13% (τρόφιμα, φως, νερό, εισιτήρια κ.λπ.). Στον συγκεκριμένο συντελεστή, ο καθαρός τζίρος (εκροές μείον εισροές) ξεπερνάει τα 26 δισεκατομμύρια ευρώ. Τα έσοδα όμως περιορίζονται στα 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Αντίθετα, από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες του κανονικού συντελεστή, (23%) οι εισπράξεις του ΦΠΑ φτάνουν κοντά στα 10 δισεκατομμύρια ευρώ (περίπου το 70%) των εσόδων, καθώς ο τζίρος ανέρχεται στα 41,8 δισ. ευρώ.

Το τι θα γίνει το επόμενο διάστημα είναι σαφές από τη στιγμή που το ζητούμενο είναι η αύξηση των εσόδων: θα επιχειρηθεί να μεταφερθεί τζίρος από τον χαμηλό στον κανονικό συντελεστή έτσι ώστε να προκύψουν περισσότερα έσοδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ