ΒΙΒΛΙΟ

Ενας κόσμος εξ αρχής

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΙΩΑΝΝΑ ΜΠΟΥΡΑΖΟΠΟΥΛΟΥ
Ο δράκος της Πρέσπας Ι. Η κοιλάδα της λάσπης,
εκδ. Kαστανιώτη

Η​​ ελληνική πεζογραφία δεν διαθέτει σπουδαία παράδοση στις συναρπαστικές φανταστικές εξιστορήσεις, στις αφηγήσεις που στήνουν πλούσια σκηνικά, που φτιάχνουν χαρακτήρες κι επινοούν περιπέτειες που κόβουν την ανάσα. Η μυθιστοριογραφία μας τείνει να είναι, θα έλεγε κανείς, περισσότερο αυτοβιογραφικά βιωματική και μονοφωνική ως προς τη σύνθεση. Γι’ αυτό και η 47χρονη Ιωάννα Μπουραζοπούλου, με τα τρία μυθιστορήματα των τελευταίων οκτώ χρόνων, μοιάζει να μην αντλεί τόσο απ’ το ελληνικό όσο απ’ το αγγλοσαξονικό και γαλλικό υπέδαφος των κλασικών περιπετειωδών αφηγημάτων που, όταν τα διαβάζαμε στα νιάτα μας, ήταν ικανά να μας κρατήσουν ξάγρυπνους ολόκληρη τη νύχτα.

Αν το «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ» (2007) εκτυλισσόταν στη Νεκρά Θάλασσα και στο Παρίσι του μέλλοντος και «Η ενοχή της αθωότητας» (2011) σε μεσαιωνικής παράδοσης μικρές ευρωπαϊκές πόλεις, η σημερινή «Κοιλάδα της λάσπης», που αποτελεί πρώτο μέρος της τριλογίας «Ο Δράκος της Πρέσπας», εκτυλίσσεται στις όχθες της τριεθνούς βαλκανικής λίμνης. (Στα Βαλκάνια και σε μια μελλοντική Αθήνα εκτυλισσόταν και το πρωτολειακό «Μπουντουάρ του Ναδίρ», 2003). Στα σκοτεινά νερά της Πρέσπας αποκαλύπτεται, λοιπόν, πως βρήκε καταφύγιο ένας επιθετικός δράκος. Η ζωή αλλάζει άρδην, χωριά εκκενώνονται, ερευνητές καταφθάνουν, καινούργιες θεωρίες πλάθονται μαζί με ανθηρότατες τουριστικές βιομηχανίες σ’ έναν κόσμο που κυβερνάται από μια Παγκόσμια Τράπεζα Ανάπτυξης και τον πανίσχυρο αυταρχικό διοικητή της. (Η αντικατάσταση των πολιτικών από συγκεντρωτικές κοινοπραξίες και διαχειριστικές συντεχνίες με ανεξέλεγκτους ύπατους αρμοστές αποτελεί αγαπημένο θέμα της Μπουραζοπούλου).

Κατά τη συνήθειά της, η προικισμένη μυθιστοριογράφος φιλοτεχνεί τον κόσμο εξ αρχής – τις ευφάνταστες ομάδες που εγκαταστάθηκαν στη νότια βροχερή όχθη της λίμνης, γεμάτες κωμικές ιδεοληψίες χριστιανικής, αρχαιοελληνικής αλλά και επιστημονικοφανούς εμπνεύσεως, στην προσπάθειά τους να επιλύσουν το μυστήριο του δράκου. Με τις ποιητικές δοξασίες και τις μυητικές τελετουργίες τους, οι πεζογράμματοι, οι Μηνισίτες, οι Τρεις Παίδες Εν Καμίνω, οι Αίεν Αίεν, οι Εξελικτικιστές, οι Ηρακλείδες ή οι Αργοναύτες της Νύχτας είναι ολόψυχα αφιερωμένοι στις δρακολογικές θεωρίες τους, που εντέλει ισοδυναμούν με απόπειρες ανίχνευσης των πρώτων αρχών του κόσμου.

Το ισχυρό χαρτί της πεζογράφου είναι ότι παράλληλα προς τη δραματική πλοκή που εξελίσσεται με απροσδόκητες ανατροπές και αναπάντεχες εκπλήξεις, οι πρωτεϊκές της περιπέτειες ποτέ δεν είναι αθώες, αλλά προσφέρονται για αναγωγές σε πολύ σοβαρά ζητήματα – στις μυστικές οδούς της καθυπόταξης που χρησιμοποιεί η ακόρεστη δίψα της κάθε εξουσίας, στα ύπουλα παιχνίδια που παίζει ο νους και στους ιδεολογικούς επικαθορισμούς που αθέατα μάς ρυθμίζουν. Κι αποτελεί εξαιρετικό μυθιστορηματικό εύρημα γύρω από την προβληματική τού από πού αντλεί η εξουσία την ολέθρια ισχύ της, το γεγονός πως όχι το αληθινό τέρας αλλά ο «δράκος» της Παγκόσμιας Τράπεζας Ανάπτυξης, ο παντοδύναμος, επίφοβος και μισητός Εκτορας Μόζερ θα εξολοθρευτεί με λιγοστές απλές κινήσεις (η τυραννοκτονία, άλλο προσφιλές θέμα της Μπουραζοπούλου).

Ομολογώ, πάντως, πως το πιο άρτιο, το πιο απολαυστικό, το πιο αγαπημένο μυθιστόρημά της εξακολουθεί να είναι για μένα το ποιητικότατο «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ». (Και μια πληροφορία, ο κριτικογράφος της εφημερίδας «Guardian» κατέταξε τον μεταφρασμένο «Λωτ» ανάμεσα στα καλύτερα αγγλόφωνα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας του 2013). Στην «Ενοχή της αθωότητας» η εγκεφαλικότητα βάραινε, ίσως, λίγο περισσότερο πάνω στις ζωντανές αισθήσεις, ενώ στην «Κοιλάδα της λάσπης» οι αναλογίες ορισμένων περιπετειών με τρέχουσες σημερινές συνθήκες (όπως η δράση των ορκωτών εφόρων, των επιθετικών παραλίμνιων συνοριακών χωρών ή της τρισβάρβαρης ομάδας των Κιμμερίων) δείχνουν κάπως απλοϊκά προφανείς. Αδημονούμε, πάντως, για την περιπετειώδη συνέχεια του άφαντου «Δράκου της Πρέσπας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ