Στάθης Ν. Καλύβας* ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

Βουτιά στο κενό

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η​​ προδιαγεγραμμένη και αναμενόμενη αποτυχία του Eurogroup της Πέμπτης και η αναγνώριση του αδιεξόδου που έχει επέλθει ανάμεσα στην Ελλάδα και σε όλους τους υπόλοιπους εταίρους της συνιστούν μια βουτιά στο κενό. Τη βουτιά αυτή, που ξεκίνησε (να μην το ξεχνάμε) με την αδυναμία της προηγούμενης Βουλής να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μπορεί ακόμη να σταματήσουν (ή πιο πιθανά να καθυστερήσουν) δύο ειδών δίχτυα.

Το ένα, και πιο άμεσο, είναι μια συμφωνία της τελευταίας στιγμής. Αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα, την Πέμπτη, ή έπειτα από μερικές ημέρες. Μια τέτοια συμφωνία θα επέτρεπε την εκταμίευση της δόσης του ΔΝΤ ώστε να αποφευχθεί η χρεοκοπία της χώρας, σε αντάλλαγμα με την εφαρμογή κάποιου πακέτου δημοσιονομικών μέτρων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Το περιεχόμενο του πακέτου αυτού είναι λίγο-πολύ γνωστό, αν και απουσιάζουν κρίσιμες λεπτομέρειες. Αποτελείται κυρίως από ένα συνδυασμό ευχολογίου και εισπρακτικών μέτρων. Ουσιαστικά (αλλά και τυπικά) πρόκειται για μια παράταση, ώστε να κλείσει το δεύτερο Μνημόνιο και να επιβιώσει η χώρα ώς τον Ιούλιο, οπότε και έρχεται η δόση της ΕΚΤ. Με λίγα λόγια, το πρώτο δίχτυ, αν πράγματι ξεδιπλωθεί, θα αποτελεί έναν εξαιρετικά προσωρινό συμβιβασμό.

Στα μέσα του καλοκαιριού θα ξεκινήσει νέα διελκυστίνδα με αντικείμενο το τρίτο Μνημόνιο, που έχει καταστεί αναγκαίο καθώς η χώρα θα αδυνατεί να ανταποκριθεί ακόμη και στις εσωτερικές της υποχρεώσεις. Η οικονομική ασφυξία, σταδιακά αλλά αναπόφευκτα, θα οδηγήσει σε πολιτική έκρηξη, εκτός και αν προηγηθεί κάποια ουσιαστική συμφωνία. Αλλά και τότε, τα μέτρα θα πρέπει να ληφθούν, θα είναι επώδυνα και δεν είναι σαφές πώς θα μπορέσουν να περάσουν από τη Βουλή και να εφαρμοστούν.

Αν δεν υπάρξει τελικά συμφωνία (τώρα, τον Ιούλιο, τον Σεπτέμβριο ή όταν το κράτος βρεθεί σε αδυναμία να πληρώσει μισθούς και συντάξεις), θα ξεδιπλωθεί ενδεχομένως ένα άλλο δίχτυ, το τελευταίο πριν από την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη: το κλείσιμο των τραπεζών και η εφαρμογή κεφαλαιακών ελέγχων. Μια τέτοια εξέλιξη αποτελεί προοίμιο εξόδου, αλλά μπορεί και να λειτουργήσει (ίσως…) ως συναγερμός τελευταίας στιγμής σε περίπτωση που έχουν αποτύχει όλα τα υπόλοιπα έως τότε.

Ο φόβος μιας τέτοιας εξέλιξης είναι αυτός, άλλωστε, που έχει οδηγήσει στις μεγάλες εκροές καταθέσεων από τις τράπεζες. Παραδόξως, ο φόβος αυτός συνυπάρχει και με μια σχετική ψυχραιμία. Ιδίως οι πλέον αδαείς θεωρούν πως ένα τέτοιο μέτρο αφορά μόνον όσους έχουν μεγάλες καταθέσεις στις τράπεζες. Κάνουν λάθος. Η εξέλιξη αυτή θα διέλυε κυριολεκτικά την οικονομία (φανταστείτε μόνο τις επιπτώσεις που θα είχε στον τουρισμό· πόσοι θέλουν να κάνουν τις διακοπές τους σε χώρα με κλειστές τράπεζες;) και θα έβαζε τη χώρα σε μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Κάποιοι θεωρούν ότι η κατάσταση αυτή θα ήταν επικοινωνιακά διαχειρίσιμη από την κυβέρνηση. Ας φανταστούν τον πρωθυπουργό να επισκέπτεται π.χ. την Κρήτη μετά μια κατάρρευση της τουριστικής σεζόν. Προφανώς, η κυβέρνηση θα ρίξει όλες τις ευθύνες στους εταίρους και θα παίξει το χαρτί της πόλωσης και του διχασμού, με τις αντιδημοκρατικές κορώνες που ήδη γνωρίζουμε, μόνο σε πολλαπλάσιο βαθμό. Και πάλι όμως, δεν πιστεύω πως το εγχείρημα αυτό θα μπορέσει να σταθεί. Η πλειονότητα των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ θα ξυπνήσει απότομα σε έναν κόσμο που δεν ήθελε να πιστέψει πως υπάρχει: τον κόσμο εκείνο που είναι πολύ χειρότερος από την πραγματικότητα του Μνημονίου. Γι’ αυτούς, η εντελώς άδεια τσέπη (ή και το άδειο στομάχι, γιατί προς τα κει κατευθυνόμαστε) θα αποκτήσει ξαφνικά ασύγκριτα μεγαλύτερη προτεραιότητα από τα πολιτικά τερτίπια του ΣΥΡΙΖΑ. Η ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα ηγετών που τους κατασπάραξαν εκείνοι ακριβώς οι οποίοι τους ανέδειξαν, όταν η ελπίδα που πίστεψαν αποδείχθηκε ψεύτικη.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, η επιλογή τόσο για τον πρωθυπουργό όσο και για τη χώρα ισορροπεί πλέον ανάμεσα στο κακό και στο αδιανόητα κακό.

Ο Αλέξης Τσίπρας, στην καλύτερη περίπτωση, θα χάσει την εξουσία μέσα σε εξευτελιστικές συνθήκες για τον ίδιο και το κόμμα του. Το καλύτερο στο οποίο θα μπορούσε ίσως να ελπίζει θα είναι να διατηρήσει την ηγεσία του διασπασμένου κόμματός του και να επανέλθει αργότερα, γηραιότερος και ενδεχομένως σοφότερος.  Στη  χειρότερη  περίπτωση θα καταγραφεί στην ιστορία ως ο άνθρωπος  που οδήγησε  την Ελλάδα στη  μεγαλύτερη  ίσως  καταστροφή της.

Οσο για τη χώρα, εκείνη θυσίασε ό,τι κατόρθωσε να κατακτήσει έπειτα από πέντε χρόνια απίστευτων θυσιών, από το πρωτογενές πλεόνασμα και το ξεκίνημα των επενδύσεων μέχρι την πρώτη, δειλή ανάπτυξη. Η «περήφανη διαπραγμάτευση» μας έφερε στο σημείο εκείνο που, μόνο και μόνο για να επιστρέψουμε εκεί όπου ήμασταν τον περασμένο Οκτώβριο, θα πρέπει να καταβάλουμε νέες, αιματηρές θυσίες. Η αποστολή φαντάζει πλέον σισύφεια. Ομως, η εναλλακτική είναι ακόμη χειρότερη.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ