ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Ο δρομέας των ρεκόρ με το μεγάλο απωθημένο

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ ΣΠΑΝΕΑ

Στην ηλικία των 19 ετών επελέγη για να ανάψει τον Βωμό στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μελβούρνης.

«Δεν στο δίνω για τη φιλία μας αλλά γιατί το αξίζεις». Αυτό το σημείωμα συνόδευε το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο που ο θρύλος των μεγάλων αποστάσεων, Εμίλ Ζάτοπεκ έκανε δώρο στον Ρον Κλαρκ. Οταν ένας Ολυμπιονίκης κάνει δώρο τη διάκριση που έχει κατακτήσει με τόσο κόπο, σίγουρα ο παραλήπτης... κάτι αξίζει. Και ο Ρον Κλαρκ, ο οποίος έφυγε από τη ζωή πριν από λίγες ημέρες, άξιζε πολλά. Οχι μόνο για τα 17 παγκόσμια ρεκόρ που είχε καταρρίψει αλλά και για τη στάση ζωής που τήρησε εντός και εκτός σταδίων.

Ο Ρόναλντ Γουίλιαμ Κλαρκ γεννήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1937 στη Μελβούρνη. Προερχόταν από αθλητική οικογένεια καθώς ο πατέρας του, Τομ, και ο αδελφός του, Τζακ, διακρίθηκαν στο ποδόσφαιρο. «Δεν ήμουν καλός ποδοσφαιριστής, γι’ αυτό επέλεξα το τρέξιμο» θα ισχυριστεί ο ίδιος, αρκετά χρόνια αργότερα.

Στα εφηβικά χρόνια ξεχώρισε στις μεγάλες αποστάσεις. Στα 19 εθεωρείτο ως ένας ανερχόμενος αθλητής της Αυστραλίας και επελέγη για να ανάψει τον Βωμό στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μελβούρνης (1956). Οι διοργανωτές ήθελαν να κρατήσουν κρυφό το όνομά του μέχρι την Εναρξη και σε όλες τις δημόσιες εκδηλώσεις φορούσε μία μαύρη κουκούλα που κάλυπτε το πρόσωπό του. Οταν ο Ρον Κλαρκ κράτησε τη Φλόγα, αρκετό από το καυτό υγρό έπεσε στο χέρι του με αποτέλεσμα να καεί. «Αρχικά, ήμουν ενθουσιασμένος για να το προσέξω αλλά μετά πόναγα πολύ» θα πει αργότερα. Oι διοργανωτές δεν είχαν εξασφαλίσει στον πρωταθλητή τους εισιτήριο για να παρακολουθήσει την Εναρξη και, έτσι, ο Ρον όταν άναψε τον Βωμό πήρε το τρένο και, στη συνέχεια, το λεωφορείο για να δει την υπόλοιπη Τελετή από την τηλεόραση, στο σπίτι ενός θείου του.

Ενα χρόνο αργότερα, ο Ρον εγκατέλειψε τον αθλητισμό. «Μου έλειπε, τότε, η φιλοδοξία να γίνω πρωταθλητής» θα ομολογήσει αργότερα. Εμεινε μακριά από τα στάδια μέχρι τα 23, χρόνια κρίσιμα στην καριέρα ενός δρομέα. Παντρεύτηκε και εργάστηκε ως λογιστής. Πήρε πολλά κιλά και το 1960 άρχισε το τρέξιμο για να χάσει βάρος. Και, κάπου εκεί, άναψε η... σπίθα του πρωταθλητισμού. Με τις ευλογίες της συζύγου του, άρχισε να προπονείται με τον Λες Πέρι, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει την Αυστραλία το 1952 και το 1956. Συνεργάστηκε και με άλλους δρομείς και το 1961 έτρεξε τον πρώτο του μαραθώνιο σε 2:53.09, τα 10.000 σε 30.36 και τα 5.000 μ. σε 14.23.2.

Τα επόμενα χρόνια ο Ρον Κλαρκ πέτυχε εθνικά ρεκόρ και διακρίθηκε σε όσους αγώνες πήρε μέρος. To 1963 έτρεξε τα 10.000 σε 28.15.6, επίδοση που τον έφερε στα φαβορί για το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1964. Ηταν 26 ετών αλλά άπειρος σε διεθνείς αγώνες. Οι εκπρόσωποι στίβου της χώρας του αποφάσισαν να τον στείλουν μία περιοδεία στην Ευρώπη. «Εκεί είδα ότι οι Ευρωπαίοι δρομείς για τους οποίους ακούγαμε τόσα πολλά, ήταν κοινοί θνητοί και μπορούσαν να ηττηθούν όπως οποιοσδήποτε άλλος», θα γράψει αργότερα στο βιβλίο του.

Παρά τους αγώνες στην Ευρώπη και τα ρεκόρ, στο Τόκιο δεν είχε όση ανταγωνιστική εμπειρία χρειαζόταν για να κερδίσει χρυσό μετάλλιο στα 5.000 ή τα 10.000 μ. «Ως κάτοχος παγκοσμίου ρεκόρ είχα μεγάλο ψυχολογικό πλεονέκτημα και έπρεπε να ηγηθώ του αγώνα. Δεν το έκανα», θα πει μετά. Στον τελευταίο γύρο των 10.000 μ., ο Αμερικανός Μπίλι Μιλς έπεσε επάνω του και τον αποσυντόνισε. Στα τελευταία μέτρα, ο Αμερικανός έφυγε από την εξωτερική πλευρά και κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο. Ο Ρον Κλαρκ περιορίστηκε στο χάλκινο.

Η κατάρρευση στο Μεξικό

Το χάλκινο μετάλλιο στενοχώρησε τον Ρον Κλαρκ, ο οποίος αναζήτησε αγωνιστική εμπειρία υψηλού επιπέδου σε διοργανώσεις στην Ευρώπη και την Αμερική. Το 1965 πραγματοποίησε μία περιοδεία 44 ημερών και κατέρριψε 12 παγκόσμια ρεκόρ σε 18 αγώνες.

Οι επιδόσεις του τον κάνουν γνωστό σε όλο τον κόσμο αλλά αυτός δεν ενδιαφέρεται για τα παγκόσμια ρεκόρ. Ονειρεύεται μόνο μία διάκριση: χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, στο Μεξικό. Το 1965 μετέβη στην Πόλη του Μεξικού για να δει πώς αντιδρούσε ο οργανισμός του στο υψόμετρο. Ετρεξε τα 5.000 μ. αλλά στη συνέχεια είχε πόνους στα μάτια, τα αυτιά, ενώ όταν επέστρεψε Αυστραλία η αιμοσφαιρίνη του ήταν κάτω από 16%.

Αρχισε να παίρνει μέρος σε αγώνες μικρότερων αποστάσεων για να αυξήσει την ταχύτητά του και βελτίωσε περισσότερο τους χρόνους του. Αυτό του έδωσε αυτοπεποίθηση. Πήρε άδεια πέντε μήνες από τη δουλειά του για να κάνει προπόνηση σε υψόμετρο στη Γαλλία και τις ΗΠΑ αλλά, τελικά, αυτό δεν έφτανε.

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες, στον τελικό των 10.000 μ., κατέρρευσε, ελάχιστα μέτρα πριν από τον τερματισμό, από έλλειψη οξυγόνου. Τερμάτισε 6ος. «Θυμάμαι ότι έβλεπα την ταινία του τερματισμού αλλά δεν μπορούσα να πάω. Απλά σερνόμουν προς αυτή» θα πει, αργότερα, σε συνέντευξή του. Ο Κλαρκ φοβόταν ότι μπορεί να αντιμετώπιζε ένα τέτοιο πρόβλημα και είχε μαζί και τον γιατρό του. Ο Μπ. Κόριγκαν όταν είδε το χρώμα να φεύγει από το πρόσωπο του δρομέα έτρεξε και μπήκε μέσα στο στάδιο για να του χορηγήσει οξυγόνο. Αυτή η υπερπροσπάθεια, τού προκάλεσε ζημιά σε μία βαλβίδα της καρδιάς. Παρόλα αυτά αγωνίστηκε και στα 5.000 μ., όπου τερμάτισε 5ος. Το υψόμετρο του Μεξικού έβαλε... φρένο στα όνειρα του Ρον Κλαρκ αλλά όχι και στην καριέρα του.

Το ανεκτίμητο δώρο του Ζάτοπεκ και η διπλή ατυχία

Μέχρι και το 1970, ο Ρον Κλαρκ πήρε μέρος σε αρκετούς αγώνες πετυχαίνοντας καλές επιδόσεις. Οταν αποσύρθηκε και, κατά τη διάρκεια ιατρικών εξετάσεων, ανακάλυψε τη ζημιά που είχε κάνει στην καρδιά του το υψόμετρο του Μεξικού.

Τον Αυστραλό τον ακολουθούσε η φήμη του αθλητή των ρεκόρ και όχι των αγώνων. Ο θρυλικός Εμίλ Ζάτοπεκ, όμως, είχε διαφορετική γνώμη. Θαύμαζε τον Ρον Κλαρκ και ανάμεσα στους άνδρες είχε αναπτυχθεί μία μοναδική φιλία. Ο Κλαρκ επισκέφθηκε τον Ζάτοπεκ στην, τότε, Τσεχοσλοβακία και όταν έφυγε ο πολυ-Ολυμπιονίκης του έδωσε ένα πακέτο με την εντολή να το ανοίξει στο αεροπλάνο. Οταν ο Αυστραλός ρέκορντμαν το άνοιξε, έκπληκτος αντίκρισε το χρυσό μετάλλιο που είχε κερδίσει ο Ζάτοπεκ στα 10.000 μ., το 1952. «Δεν στο δίνω για την φιλία μας αλλά γιατί το αξίζεις», έγραφε το σημείωμα.

Τα επόμενα χρόνια, ο Κλαρκ ασχολήθηκε με επιχειρήσεις και έγραψε αρκετά βιβλία για τον αθλητισμό και όχι μόνο. Το 2000 επελέγη να μεταφέρει τη Φλόγα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ. Ο δρομέας ενθυμούμενος το έγκαυμα που υπέστη το 1956 ήταν διστακτικός αλλά οι συμπατριώτες του τον διαβεβαίωσαν ότι δεν θα συνέβαινε κάτι τέτοιο και όλα θα πήγαιναν καλά. Και, όμως, δεν πήγαν, Στην πρόβα της Αφής, ο Ρον Κλαρκ έκαψε ξανά το χέρι του και, μάλιστα, πολύ άσχημα.

Ο Ρον Κλαρκ υπήρξε ιδιαίτερα αγαπητός ανάμεσα στους συμπατριώτες του. Το 2004 εξελέγη δήμαρχος της Χρυσής Ακτής και έμεινε μέχρι και το 2012.

Πέθανε από νεφρική ανεπάρκεια στις 17 Ιουνίου 2015, σε νοσοκομείο στο Κουίνσλαντ. «Η συμβολή του Ρον στον αθλητισμό ήταν τεράστια. Συνέβαλε στη δημόσια υγεία μέσα από τον τρόπο ζωής του αλλά και από τα γυμναστήρια που δημιούργησε» δήλωσε ο Χερμπ Ελιοτ, χρυσός Ολυμπιονίκης στα 1.500, το 1960.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ