ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Μία «κουνελοχώρα» ξεφύτρωσε στην καρδιά της Αθήνας

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΟΥ

Τα κουνέλια έχουν βρει τον προστάτη τους στο πρόσωπο του κ. Γιάννη, ο οποίος τα ταΐζει καθημερινά.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κουνέλια στα Πατήσια και υπερ-αιωνόβιος πλάτανος στην Κυψέλη; Δεν μπορεί παρά να αιφνιδιαστεί ο ανυποψίαστος περαστικός όταν τα αντικρίζει να ξεπροβάλλουν από την καρδιά της τσιμεντούπολης. Κι όμως. Για τους περιοίκους, η ανάγκη να «γειτονέψουν», να αλληλεπιδράσουν, υπερισχύει, όπως αποδεικνύεται σε αμφότερες της περιοχές – κι ας είναι το θέαμα παράταιρο.

«Ρε μπας κι είσαι του Υγειονομικού;», ρωτάει γεμάτος καχυποψία ο κ. Γιάννης, καθώς ξεκλειδώνει το λουκέτο του οικοπέδου, προσέχοντας μη φύγουν τα κουνέλια. Οδός Πάτμου, μερικά τετράγωνα πάνω από τον σταθμό Αγ. Νικολάου. Πολυκατοικίες παντού. Πίσω, οι ακάλυπτοι γεμάτοι κιτρολέμονα. Ακριβώς δίπλα, πάρκινγκ. Δύο τάβλια στο τραπεζάκι. Στέκι για τους συνταξιούχους – και όχι μόνον. «Εδώ είναι “κόμβος”», η αυθόρμητη σκέψη - συνειρμός από την παλιά ελληνική ταινία «Τα κίτρινα γάντια». Πράγματι. «Φέραμε καρότα και αγγουράκια για τα κουνέλια», λένε οι μαμάδες με τα μικρά στον κ. Γιάννη, ο οποίος έχει αναλάβει τον ρόλο του προστάτη των ζωντανών, μαζί με τον κ. Ηλία, υπάλληλο στο πάρκινγκ. «Δυο-τρεις ασχολούμαστε πιο πολύ», εκμυστηρεύονται. Το οικόπεδο παραπέμπει σε συνθήκη κτηνοτρόφου: μία παράγκα στη μέση, ένας παλιός σουμιές κρεβατιού, που μετατράπηκε σε κλουβί για τα νεογέννητα κουνέλια – «για να τα προστατέψω από τις γάτες που τα τρώνε», εξηγεί ο «οικοδεσπότης».

Πώς προέκυψε η «κουνελοχώρα»; «Ο ιδιοκτήτης, στην Αμερική. Δεν έχει παρουσιαστεί ποτέ – κι αν έρθει, δικό του είναι! Παλιά, το ’χαμε αλλιώς. Ηταν κήπος, λουλούδια, τριαντάφυλλα. Τον φρόντιζε κυρίως ένα παιδί εδώ απέναντι. Πέθανε. Καρδιά. Εγκαταλείφθηκε, όλο ενέσεις βρίσκαμε εδώ. Εμπαιναν τα σκυλιά, λέρωναν, δεν καθάριζε κανείς. Μετά, το κλείσαμε, έγινε κουνελοτροφείο. Μεγάλωσε το κουνελάκι σου, δεν μπορείς να το κρατήσεις άλλο σπίτι. “Να το βάλω μαζί με τα άλλα;”, ρωτούν. Λέω “βάλτο, τι έγινε;”. Ολοι στη γειτονιά φέρνουν φαγητό. Κι εγώ φέρνω την τσαντούλα μου κάθε μέρα –Πάτμου και Σίφνου γωνία μένω–, τους δίνω κανένα μαρουλάκι, έχω πάρει κι ένα τσουβάλι κουνελίνη για βιταμίνη... Τα καθαρίζουμε...», συνεχίζει ο ίδιος, χαϊδεύοντας ταυτόχρονα ένα μωρό κουνέλι. «Ημέρα είναι, μεγαλώνουν με παιδιά. Κι αν έρθει κανείς και μας ζητήσει, του δίνουμε – ξέρεις πόσα έχουμε δώσει;».

Υπήρξαν όμως και οι «μελανές» στιγμές: «Μπαίνουν κάποιοι το βράδυ και τα “βουτάνε” για να φάνε. Ξένοι. Πέντε πέντε τα παίρνουν. Εχουν μείνει 11 κουνέλια. Αν είχαν μείνει όλα, τώρα θα ήταν 100...». Δεν διαμαρτύρονται οι γείτονες; «Η γειτονιά δεν έχει πρόβλημα. Μόνο πήρε κάποια το 100 προ ημερών, ήρθαν. “Ποιανού είναι τα κουνέλια;”, “Της γειτονιάς” – Τι να πω; Δικά μου είναι;», θα πει ο κ. Γιάννης. «Αν θέλουν να τα πάρουν, ας τα πάρουν. Τι να κάνω; Τα κουνέλια δεν ενοχλούν κανένα. Σταματούν οι μαμάδες με τα μωρά, ο κόσμος που περνάει – όλοι θα χαζέψουν, θα τα ταΐσουν. Θα σταθούν δυο-τρεις άνθρωποι, θα πιάσουν και λίγο κουβέντα...».

Ο πλάτανος στην Κυψέλη

Ετερος σταθμός, η πλατεία του Πλάτανου στην Αγ. Ζώνης. Δίπλα στο Ασυλο Ανιάτων. Καταμεσήμερο κι εδώ, δροσιά. Μουριές ολόγυρα. Κι αν στο ηπειρωτικό μέρος της χώρας ο πλάτανος έχει την τιμητική του στο κέντρο του χωριού, εδώ μόνο... θράσος μπορεί να προσάψει κανείς σε ένα πλατάνι που όχι μόνο κατάφερε να ευδοκιμήσει για 250 χρόνια, αλλά και να διαμορφώσει ένα μικρόκοσμο γύρω του, ένα σημείο αναφοράς για τους Κυψελιώτες, ντόπιους και αλλοδαπούς. Μία συνύπαρξη που ακροβατεί μεταξύ της ανοχής και της αποδοχής. Ωστόσο, μάλλον ενωτικά φαίνεται πως λειτουργεί η παρουσία του γέρικου δέντρου, καθώς όλοι επιζητούν εξίσου μία θέση στη σκιά του.

«Στα 20 τραπέζια, μπορείς να βρεις κόσμο από 25 κράτη – αυτό είναι το καλό εδώ», θα πει ο κ. Μοχάμεντ, Αιγύπτιος, ιδιοκτήτης του Cafe Pyramid. «Η λέξη “ρατσισμός” δεν υπάρχει εδώ. Βλέπεις τον κύριο πίσω; Ελληνας γιατρός, δίπλα η γυναίκα του, πολύ μορφωμένη. Μαζί τους, ο καρδιολόγος της γειτονιάς. Πιο πέρα, πελάτες από την Αίγυπτο, τη Συρία, το Σουδάν... Σίγουρα θα ακούσεις “τι θέλουν αυτοί εδώ;”, όμως φταίμε κι εμείς που δώσαμε δικαίωμα. Προστατεύω το διαφορετικό. Μόνο εγώ μπορώ να “κυβερνήσω” τον ρατσισμό εδώ, αν δηλαδή σε δω να έχεις τέτοια συμπεριφορά, σε διώχνω από το μαγαζί. Δεν σε εξυπηρετώ».

Αναξιοποίητη η πλατεία
 
Τα παράπονα δεν λείπουν για την πλατεία και τον ηλικίας 250 ετών πλάτανο στην Αγ. Ζώνης: «Ξέρεις τι τραβάω;», ακούγεται ο κ. Σωτήρης Φλώρος, συνταξιούχος δάσκαλος και πατέρας του Μιχάλη, του νυν ιδιοκτήτη της ομώνυμης οικογενειακής ταβέρνας – το μαγαζί δουλεύει σαν καφενείο από το 1938, εδώ γυρίστηκαν σκηνές από το «Η Θεία από το Σικάγο» με τη Βασιλειάδου και τον Μακρή. «Το δέντρο ανήκει στην Κτηματική Εταιρεία Δημοσίου, που όμως υπολειτουργεί κι αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Με δικό μου λάστιχο το ποτίζω, βάλε και 30 ευρώ το λίπασμα... Κλαδέματα δεν επιτρέπονται. Είναι προστατευόμενο είδος, την ευθύνη έχουν η περιφέρεια και το δασαρχείο, δεν μπορεί να το ακουμπήσει κανείς άλλος. Αλλά όταν τους καλείς, δεν έρχονται. Δυστυχώς, αν και τέτοια πλατεία δεν υπάρχει στην Αθήνα, παραμένει αναξιοποίητη. Το βράδυ, σκοτάδι πίσσα, μόλις κλείσουν τα μαγαζιά. Δεν υπάρχει μία ενιαία γραμμή – επαφίεται στην κρίση του επαγγελματία να τη φτιάξει ή να τη χαλάσει. Εμείς διατηρήσαμε το παραδοσιακό στυλ, δουλεύουμε με εγχώρια προϊόντα. Το 99% της πελατείας Ελληνες, το 1% Αλβανοί. Οικογένειες. Αν έπαιρνε την πλατεία ο Δήμος Αθηναίων, θα φρόντιζε για φωτισμό, περιποίηση των δέντρων, ομοιόμορφες τέντες, παγκάκια να κάθονται οι παππούδες. Θα γινόταν πιο όμορφη, στολίδι. Αληθινή όαση».
Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ