ΒΙΒΛΙΟ

Αυτός ο κόσμος ίσως

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΘΩΜΑΣ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ
Γίνε ο ήρωάς μου!
εκδ. Γαβριηλίδης

​​​​Τι μέλλον μπορεί να έχει το παρόν μιας τέτοιας κατάστασης; Ακόμα και αν υπάρχει το μέλλον μιας τέτοιας κατάστασης, εγώ δεν το θέλω. Διαπιστώνω λοιπόν μέσα σε αυτές τις συνθήκες, που ευνοούν, αν μη τι άλλο, τέτοιες διαπιστώσεις, ότι δεν έχω μέλλον». Ο ήρωας του βιβλίου φτάνοντας στο χείλος της αυτοκτονίας αποφασίζει να γίνει ο ήρωας του εαυτού του σε έναν τόπο και χρόνο απρόσφορους για τον παραμικρό ηρωισμό, κηλιδωμένους από αθετημένα θαύματα. Νιώθει πως όλα πια έχουν χαθεί, πως όλα είναι λάθος και ο ίδιος αθώο θύμα μιας πλεκτάνης που εξυφάνθηκε ερήμην του. Θέλοντας να αντισταθεί σε σκέψεις που οδηγούν στον θάνατο, προσπαθεί να συγκεράσει τις ετερόκλητες φωνές μέσα στο μυαλό του και να υποταχθεί στην πιο υποσχετική από αυτές, σε εκείνη που επαναλαμβάνει επίμονα πως η ζωή είναι για να τη ζεις, παραινώντας τον να αφεθεί να κυλήσει μέσα στον χρόνο.

Η νουβέλα του πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου Θωμά Συμεωνίδη (γεν. 1977) μοιάζει με σκοτεινή παραβολή για τις άθλιες ημέρες που υπομένουμε. Ο ήρωας, έρμαιο ενός καφκικού τρόμου, καταρρέει εξαιτίας της πιθανής ενοχοποίησής του για μια εγκληματική παρατυπία, που έγινε στους κόλπους του Οργανισμού όπου εργάζεται. Ο Οργανισμός, γραφειοκρατικό εξάμβλωμα ενός σηψαιμικού συστήματος, συνίσταται σε ένα τερατώδες πλέγμα υπόγειων αντιπαλοτήτων, μηχανορραφιών, σκευωριών, ανταγωνισμών και ανοιχτών λογαριασμών. Η θέση του αφηγητή εκεί δεν συνεπάγεται καμία εξουσία. Εχει μόνο μια ασαφή ιδέα περί των καθηκόντων του και των συνεπειών τους. Ωστόσο, διατηρεί τη βάσιμη υποψία πως βρέθηκε εκεί, ακριβώς για να γίνει το εξιλαστήριο θύμα του δυστοπικού μηχανισμού. Στο αποκορύφωμα των φόβων του αυτοφυγαδεύεται στο Παρίσι, με καμία διάθεση επιστροφής οπουδήποτε.

Τα πρόσωπα που στοιχειώνουν τις μαινόμενες σκέψεις του αφηγητή δεν είναι παρά όψεις του κερματισμένου αυτοειδώλου του. Καθώς περιπλανιέται στο Παρίσι αρθρώνοντας πυρετικά την απολογία του και απευθύνοντάς την σε ένα φασματικό δικαστήριο, κυριαρχείται από αντίρροπες ενορμήσεις, που μαρτυρούν την οδυνηρή του σύγχυση. Στις «φωνές που μιλούν μόνο για τον θάνατο» αντιτάσσονται εκείνες που τον ενθαρρύνουν να απαλλαγεί από ιδέες, λόγια και σκέψεις, που αιχμαλώτιζαν για καιρό μεγάλο μέρος του εαυτού του. Φωνές που του λένε πως χάθηκαν όλα, σβήνουν μέσα σε άλλες που επιμένουν πως «δεν είναι δυνατόν τίποτα να μην έμεινε από αυτή τη ζωή», πως δεν έχει το δικαίωμα να εκβιάσει «μία ησυχία έτσι απλά» και πως οφείλει να πολεμήσει για την ειρήνη που αποζητά. Λυτρωμένος από ένα πνεύμα αίφνης διαλλακτικό, ο αφηγητής συλλογίζεται πως είναι καλύτερο «να ξεψυχήσει μια φωνή και όχι ένα σώμα, μια φωνή και όχι μια ολόκληρη ζωή», να ξεψυχήσει εκείνη η φωνή «που ζητάει αίμα, γιατί δεν έχει αίμα» και όχι εκείνος.

Τρελός ενός τρελού κόσμου ο ήρωας του Συμεωνίδη αγωνιά να βρει το θάρρος να αναλάβει την ευθύνη της ύπαρξής του, όπως επίσης και της συνείδησής του, ακόμα και αν αντιλαμβάνεται πως εκεί απ’ όπου έφυγε ζητήματα ηθικής ήταν πλέον για γέλια. Στο ακρότατο όριο της απελπισίας του, νικημένος από αιτήματα που δεν ήταν όλα δικά του, βέβαιος για τη δειλία της οργής του και τη συντριπτική δύναμη του πόνου του, επιλέγει να εμπιστευτεί την παρηγορητική πτυχή της άγνοιας, σκεφτόμενος πως εντέλει δεν ξέρει αν «αυτό είναι το χειρότερο», αλλά και πως κανένας ποτέ δεν μπορεί να πει «είμαι στο χειρότερο». Στο ξεψύχισμα της απολογίας του ψελλίζει «αυτός ο κόσμος ίσως», εναποθέτοντας στο επίρρημα μια πενιχρότατη ελπίδα.

Με ευνόητες αλληγορίες και κατάμαυρο χιούμορ, με πυκνό, νευρώδη αφηγηματικό λόγο, καθώς και με δέκα συνταρακτικές επιλογικές σελίδες, ο Θωμάς Συμεωνίδης κλιμακώνει ένα υπαρξιακό θρίλερ, όπου βυσσοδομούν οι πιο άγριες αγωνίες της πραγματικότητας. Ο ήρωάς του τρομάζει από την «τόση πραγματικότητα», που τον αντιμάχεται, αλλά την ύστατη ώρα, μετά από τόσο πόνο και φόβο, αποτολμά να προχωρήσει σε έναν δρόμο, τον οποιοδήποτε, γιατί «ο δρόμος είναι μέσα στη ζωή» και στο βάθος, όπου ήθελε να βυθιστεί, δεν υπήρχε κανένας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ