Ποια θα αλλάξει πρώτη;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ε​​ίναι πλέον προφανές ότι η νέα κυβέρνηση που ανέλαβε μετά τις εκλογές ξεκίνησε μια ιδιαίτερα δύσκολη διαπραγμάτευση με Ευρωπαίους εταίρους και δανειστές, έχοντας ισχυρά επιχειρήματα, αλλά μια τελείως λανθασμένη εκτίμηση της ευρωπαϊκής πραγματικότητας και του ισχύοντος συσχετισμού δυνάμεων. Η κοσμοπολίτικη αμετροέπεια των μεν μπερδεύτηκε με την επαρχιώτικη άγνοια των δε, σε μια αλλοπρόσαλλη διαπραγματευτική τακτική. Το μίγμα υπήρξε καταστροφικό για όλους μας. Η ζημιά είναι τεράστια, και όχι μόνον οικονομική.

Ανάμεσα στις σκληρές απαιτήσεις των δανειστών, με εντονότερη τιμωρητική διάθεση από την πλευρά τους όσο περνούσε ο καιρός, και τις εξωπραγματικές προσδοκίες των στελεχών του κυβερνητικού συνασπισμού, καθώς και ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας που τους ακολουθούσε, ο πρωθυπουργός αναζήτησε διέξοδο μέσω ενός δημοψηφίσματος στα όρια της συνταγματικότητας και της δημοκρατικής νομιμότητας. Επιβεβαίωσε την κυριαρχία του στην πολιτική σκηνή της χώρας, αλλά δεν μπορεί πλέον να ελέγξει το δικό του κόμμα.

Η αξιοπρέπεια των Ελλήνων, που αναμφισβήτητα έχει υποστεί ένα τεράστιο πλήγμα τα τελευταία χρόνια, με μεγάλο μέρος της ευθύνης να βαραίνει όμως εμάς τους ίδιους, εκφράστηκε με ένα βροντερό ΟΧΙ στο δημοψήφισμα. Ετσι, τουλάχιστον, ήθελαν να πιστεύουν οι πιο πολλοί. Μόνον που η δική μας αξιοπρέπεια μεταφράστηκε ως αναξιοπιστία στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, ακόμη περισσότερο στα επίσημα κλιμάκια. Ακόμη και οι λίγοι φίλοι που μας έχουν απομείνει μάς συμπεριφέρονται όπως στα μικρά παιδιά που δεν έχουν πλήρη ευθύνη των πράξεών τους. Είναι πολύ χειρότερο να μη σε παίρνουν στα σοβαρά από το να διαφωνούν ή και να συγκρούονται μαζί σου. Ενα ακόμη μεγάλο τίμημα που θα πληρώνουμε σε βάθος χρόνου αφορά στη λειτουργία της δημοκρατίας στη χώρα μας. Οταν μόλις λίγες μέρες μετά τη λαϊκή ετυμηγορία, σωστή ή λάθος, εξ υφαρπαγής ή όχι, την αντιστρέφεις, επειδή μόλις τότε κατάλαβες το πραγματικό διακύβευμα και τα όρια της διαπραγματευτικής σου δύναμης –αυτή είναι η καλοπροαίρετη ερμηνεία– η δημοκρατία υφίσταται ένα μεγάλο πλήγμα στη συνείδηση του λαού. Θα χρειαστεί μεγάλη σύνεση εκ μέρους του πρωθυπουργού και όσων πολιτικών διαθέτουν κοινό νου, καθώς και αίσθηση ιστορικής ευθύνης, για να επουλωθούν τα τραύματα.

Το σύστημα διακυβέρνησης του ευρώ είναι προφανώς δυσλειτουργικό, οι εθνικισμοί φουντώνουν, και η ηγεμονία της Γερμανίας αποκτά ένα άσχημο πρόσωπο. Τα κεκτημένα δεκαετιών κινδυνεύουν σε αυτήν την υπαρξιακή κρίση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Μακάρι να ήταν καλύτερα τα πράγματα, αλλά δεν είναι. Δεν έχουμε, όμως, άλλη ρεαλιστική επιλογή από το να προσπαθήσουμε για το καλύτερο εντός της Ευρώπης.

Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι, με εξαίρεση τους εκπροσώπους των δύο άκρων του πολιτικού φάσματος, κυρίως της εθνικιστικής (ακρο)δεξιάς, στις διάφορες χώρες και την ειδική περίπτωση των Βρετανών Συντηρητικών, κανένας άλλος δεν διανοείται σοβαρά να βγει από το κοινό ευρωπαϊκό σπίτι, παρά τα προβλήματα και τις αδυναμίες που όλοι γνωρίζουμε ότι έχει.

Το αντι-ευρωπαϊκό ρεύμα ενισχύεται επικίνδυνα στη χώρα μας, ιδιαίτερα μετά τις πρόσφατες εξελίξεις. Αρκετοί εντός των κυβερνητικών τειχών επιχειρούν να εκμεταλλευτούν αυτήν την πολύ δύσκολη συγκυρία για να στρέψουν τον κόσμο προς άλλες κατευθύνσεις: αυταρχικά καθεστώτα και τριτοκοσμικές φαντασιώσεις. Αλλωστε, για αυτούς, η δημοκρατική Ευρώπη των κοινών αξιών ήταν πάντα ένα ξένο πράγμα.

Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών θα αποτελέσουν σίγουρα καταλύτη μεγάλων εξελίξεων στη χώρα. Ο στόχος θα πρέπει να είναι να περιορίσουμε τις ζημίες και να κρατήσουμε την οικονομία μας ζωντανή, δημιουργώντας επιτέλους τις προϋποθέσεις για μια υγιή ανάπτυξη, να επιδιώξουμε βελτίωση των όρων της δανειακής συμφωνίας, αφού πρώτα ανακτήσουμε μέρος της χαμένης μας αξιοπιστίας, και να προστατέψουμε τη δημοκρατία μας ως κόρη οφθαλμού. Δεν θα είναι διόλου εύκολη υπόθεση.

Κάτι μου λέει ότι τα δραματικά ευρω-συμβούλια του περασμένου Σαββατοκύριακου που οδήγησαν σε μια επώδυνη συμφωνία για την Ελλάδα, αν και η εναλλακτική λύση θα ήταν ασύγκριτα χειρότερη, θα αναγνωριστούν από τον ιστορικό του μέλλοντος ως μια σημαντική τομή στα ευρωπαϊκά πράγματα, κυρίως όσον αφορά στη διακυβέρνηση της νομισματικής ένωσης. Δεν γνωρίζω, όμως, αν θα λειτουργήσει ως καταλύτης για μια πιο ισχυρή Ευρώπη ή μια Ευρώπη που διασπάται. Ολα παίζονται. Εμείς είμαστε ένα μικρό κομμάτι αυτής της Ευρώπης σε μια επικίνδυνη γειτονιά. Ας προσπαθήσουμε επιτέλους να καταλάβουμε τι συμβαίνει γύρω μας. Θα είναι το πρώτο βήμα για τη διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής που θα βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα. Θα πρέπει να αποφύγουμε με κάθε τρόπο την απομόνωση και να μην περιμένουμε να αλλάξει η Ευρώπη πριν αλλάξουμε εμείς.

* Ο κ. Λουκάς Τσούκαλης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ