ΒΙΒΛΙΟ

Μοναχικοί και αποσυνάγωγοι

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

BREECE D’J PANCAKE
Τριλοβίτες
Προλεγόμενα, μετ.: Γιάννης Παλαβός
εκδ. Μεταίχμιο

Κ​​​​αλωσορίσατε στη Δυτική Βιρτζίνια, την άγρια και θαυμάσια»: Μ’ αυτήν την επιγραφή υποδέχεται ακόμη και σήμερα τους επισκέπτες η γενέτειρα του συγγραφέα Μπρις Ντ’ Τζ. Πάνκεϊκ, αυτή η φτωχική πολιτεία στα όρια του Βορρά και Νότου, στην περιοχή των Απαλαχίων. Είναι ένας τόπος μεταιχμιακός, κυριολεκτικά και μεταφορικά, πηγή ανθεκτικών μύθων που σχετίζονται με την απομόνωση, την ιδιοσυγκρασία, τον αναλφαβητισμό, τη ροπή προς τη βία των βάναυσων κατοίκων της. Σ’ αυτόν τον τόπο εκτυλίσσονται οι πικρές, γυμνές ιστορίες του Πάνκεϊκ, με πρωταγωνιστές αγρότες, ανθρακωρύχους, αποσυνάγωγους, ανήσυχους εφήβους, τόπο του καθημερινού μόχθου, ανυπότακτο στον πολιτισμό, τόπο της αναστολής, της ματαίωσης, της ανέφικτης προσδοκίας. Αυτόχειρας στα είκοσι επτά του χρόνια, ο Πάνκεϊκ (1952-1979) έγραψε γι’ αυτές τις εκτάσεις και τους ανθρώπους τους με μια διαύγεια που διαπερνά το αναγνωστικό βλέμμα, όπως η εκτυφλωτική αντανάκλαση της φρυγμένης, ανασκαμμένης, αφιλόξενης γης όπου περιφέρονται οι ήρωές του. Θύματα ενός παρελθόντος που παραμένει εσαεί παρόν, χωρίς να δίνει ποτέ τη δυνατότητα απόδρασης από τον βρόχο του, υπόδικοι εις το διηνεκές χωρίς κρίση ή λύτρωση, οι ήρωες του Πάνκεϊκ υφίστανται σκληρή τιμωρία για αμαρτίες που ίσως και να μην τους βαρύνουν. Η φυγή είναι η μόνη τους λύση, όμως κι αυτή δεν εγγυάται ούτε την επούλωση των τραυμάτων ούτε, βεβαίως, τη δυνατότητα μιας νέας αρχής. Οι πυκνές αναφορές στη Βίβλο, με κορυφαία εκείνη στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, στο αφήγημα «Εν ξηρώ» κάνουν το βιβλίο να αναδίδει τη θειώδη αποφορά μιας ανεπίστρεπτης καταδίκης.

Ο Πάνκεϊκ έζησε λίγο και έγραψε λίγο, όμως η μετάφραση στα ελληνικά από τον Γιάννη Παλαβό των δώδεκα αφηγημάτων που συνθέτουν και τη μοναδική του συλλογή (μετάφραση που αποδίδει στο ακέραιο την ιδιαίτερη, άλλοτε ιδιωματικά προφορική και άλλοτε εκλεπτυσμένα λυρική συγγραφική φωνή) μας γνωρίζει έναν συγκλονιστικό συγγραφέα. Εμμονικά προσηλωμένος στην ανάμνηση ενός νεκρού πατέρα ή μιας χαμένης αγάπης, οξυδερκής παρατηρητής της ανθρώπινης απελπισίας που καθώς παραμένει αθεράπευτη μετατρέπεται σε σκληρότητα προς τους αδύναμους (ένα μείγμα πόθου, αποστροφής και κακεντρέχειας προς τις γυναίκες, άσκοπη δολοφονική αγριότητα προς τα ζώα) ο συγγραφέας περιγράφει τις «γούβες» της Δυτικής Βιρτζίνια, τα αγροκτήματα και τα ανθρακωρυχεία της, τα μοτέλ της και τις καφετέριες με τις λιγδωμένες κούπες των μόνιμων θαμώνων τους, τους ιδανικούς για κυνήγι θαμνότοπους και τα νεκροταφεία της σαν ψυχικά τοπία, γυμνά, αποστεγνωμένα και έρημα. Ταγμένος και ο ίδιος στη μοναξιά, ο Πάνκεϊκ γνωρίζει από πρώτο χέρι την πικρία και τη νοσταλγία μιας αλλιώτικης, ανεύρετης ζωής που κατατρύχει τους πληγωμένους και τους φοβισμένους, όσους, όπως ο έφηβος Μπο στο διήγημα «Το κυνήγι της αλεπούς», βγαίνουν στον δρόμο πριν χαράξει, στις «πλούσια μοναχικές στιγμές που ο υπόλοιπος κόσμος είτε πέφτει να κοιμηθεί είτε δεν έχει ξυπνήσει ακόμη», νιώθοντας «ότι η μοναξιά τους τρέφει και τους δυναμώνει» αλλά ταυτόχρονα, τρέμοντας αυτή τη δύναμη, επειδή γρήγορα ξεφτίζει, αφήνοντας στη θέση της «την ανασφάλεια και την ταραχή».

Υπνοβάτες της καθημερινότητας, σφραγισμένοι από την πατρώα ταυτότητα που τους καταδυναστεύει δίχως έλεος και τους καθορίζει, λαχταρώντας τον έρωτα ενώ δεν τους προσφέρονται παρά μονάχα θλιβερά υποκατάστατά του, καταφεύγοντας στη βία παρά τον αδιάκοπο εσωτερικό ψίθυρο της βαθιάς ανθρωπιάς τους, οι ήρωες του Πάνκεϊκ είναι όμοιοι με τριλοβίτες (τα απολιθώματα που αναζητεί ο ήρωας του ομώνυμου αφηγήματος), για πάντα εγκλωβισμένοι στον ασφυκτικό μικρόκοσμό τους. Οι τελευταίες αράδες του διηγήματος «Ενα μόνιμο δωμάτιο» συνοψίζουν το πεπρωμένο τους: «Στέκομαι στον σταθμό των λεωφορείων, κοιτάζω τους επιβάτες και αναρωτιέμαι πού να πηγαίνουν. Εγώ όμως ξέρω ότι δεν πρόκειται να γλυτώσουν απ’ τη μοίρα τους ούτε φεύγοντας, ούτε μεθοκοπώντας, κι ούτε μπορούν να πεθάνουν για να ξεφύγουν μια ώρα αρχύτερα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ