ΒΙΒΛΙΟ

Αλι Σμιθ, πέρα από την πρωτοτυπία...

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΖΑΧΑΡΙΑΔΟΥ

Η Αλι Σμιθ σε παλαιότερη φωτογραφία, ως υποψήφια για το Βραβείο Μπούκερ. Με το νέο της μυθιστόρημα «Πώς να είσαι δύο» δοκιμάζει έναν ενδιαφέροντα πειραματισμό στην πλοκή.

ΑΛΙ ΣΜΙΘ
Πώς να είσαι δύο
μτφρ.: Νίκος Α. Μάντης
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 350

Ως είδος, το μυθιστόρημα είναι ευρύχωρο. Παρέχει ελευθερία κινήσεων στον συγγραφέα να πει την ιστορία του όσο γραμμικά ή όσο ελικοειδώς θέλει, με όση λεπτομέρεια και στις τέσσερις πιθανές διαστάσεις. Ωστόσο, οι μυθιστοριογράφοι καμιά φορά δεν αρκούνται σ’ αυτή την ευρυχωρία και εξεγείρονται ενάντια στον ίδιο τον οριστικό χαρακτήρα της τυπωμένης σελίδας, στο γεγονός ότι οι σελίδες διαδέχονται η μία την άλλη με συγκεκριμένη σειρά – ενάντια, εν τέλει, στην ίδια τη φόρμα του βιβλίου ως αντικειμένου. Ο Κορτάσαρ με το Κουτσό προσπάθησε να παρακάμψει αυτή την οριστικότητα συμπεριλαμβάνοντας «οδηγίες» για εναλλακτικές αναγνώσεις. Σήμερα, η δαιμονικά δημιουργική Σκωτσέζα Αλι Σμιθ επιχειρεί μια άλλη προσέγγιση, εισάγοντας στην αρχιτεκτονική του τελευταίου της πολυβραβευμένου μυθιστορήματος τον παράγοντα του τυχαίου.

Στο «Πώς να είσαι δύο» έχουμε δύο ιστορίες που συνδέονται με χίλια διαφορετικά νήματα, παρόλο που απέχουν πέντε-έξι αιώνες μεταξύ τους. Και οι δύο φιλοξενούνται κάτω από το ίδιο εξώφυλλο, μόνο που το ποια εμφανίζεται πρώτη στις σελίδες και ποια δεύτερη είναι θέμα τύχης (του αναγνώστη), αφού στα μισά αντίτυπα προηγείται η μια (η ιστορία που αφηγείται ένας σχεδόν άγνωστος ζωγράφος του 15ου αιώνα σχετικά με το πιο διάσημο έργο του) και στα άλλα μισά η άλλη (η ιστορία ενός δεκαπεντάχρονου κοριτσιού που «ανακαλύπτει» το έργο αυτό).

Το εύρημα των δύο εναλλακτικών αναγνώσεων είναι, αναμφίβολα, γοητευτικό· σου δίνει την αίσθηση ότι, αν ήταν στο χέρι της, η Σμιθ θα έφτιαχνε ένα κείμενο σαν τις παλιές τρισδιάστατες καρτ ποστάλ, όπου ανάλογα με την οπτική γωνία, ερχόταν στο προσκήνιο πότε το ένα σύνολο αντικειμένων και πότε το άλλο. Αυτή η δομική δισχιδία όμως έχει ένα σκοπό: να υπηρετήσει ακριβώς τη βασική ιδέα που διατρέχει το βιβλίο – πώς κάθε ιστορία συνοδεύεται πάντα και από τουλάχιστον μία ακόμα και κάθε κατάσταση (το φύλο, ο χρόνος, ακόμα και ο θάνατος) εμπεριέχει σε εκπληκτική πυκνότητα και τον αντίποδά της· και πώς η μόνη περιοχή όπου η πολλαπλότητα βρίσκει τη φυσική της έκφραση είναι η τέχνη.

Ετσι, στη μία ιστορία, τη «σύγχρονη», η Τζορτζ, το κορίτσι με το αγορίστικο όνομα, ταλαντεύεται ανάμεσα στον ενεστώτα και τον παρατατικό και αναβιώνει τη σχέση της με τη (νεκρή) μητέρα της μέσα από τη νέα θέαση μιας παλιάς, κοινής τους εμπειρίας (την απόλαυση του έργου του Φραντσέσκο ντελ Κόσα). Στη δεύτερη ιστορία, την ιστορία «εποχής», ο νεκρός Φραντσέσκο, χάρη στη νέα υπόσταση που του χαρίζει η προσοχή της Τζορτζ, αφηγείται πώς έγινε αυτό που έγινε και πώς έφτιαξε το αριστούργημά του.

Εξαιρετικά ικανή

Η Αλι Σμιθ είναι συγγραφέας πολλών οκτανίων, εξαιρετικά ικανή στα μακροβούτια μέσα στο υποσυνείδητο· αλιεύει από τα βάθη στοιχεία της ταυτότητας των ηρώων της, τα οποία συνταιριάζει έξοχα με αναφορές ακόμα και στα πιο μπανάλ δείγματα της σύγχρονης ποπ κουλτούρας. Τα κείμενά της (και τα δύο) ξεχειλίζουν από ιδέες και πλούτο («Ποτέ αισθηματολογία», λέει η μητέρα της Τζορτζ για το έργο του Ντελ Κόσα. «Είναι γενναιόδωρο αλλά και σαρδόνιο»). Κάτι ωστόσο μοιάζει να κουτσαίνει εδώ.

Στο αντίτυπό μου, το μυθιστόρημα άνοιγε με την ιστορία του Φραντσέσκο. Η πρόζα της Σμιθ συχνά φλερτάρει με την αντισυμβατικότητα του ποιητικού λόγου, πράγμα που επέλεξε και στις πρώτες σελίδες της ιστορίας αυτής. Για τον αναγνώστη, ακόμα και τον μυημένο στη γραφή της Σμιθ, το κείμενο φαντάζει αιφνιδιαστικά αποσπασματικό και δυσνόητο, σχεδόν αποτρεπτικό. Πολλά αρχικά στοιχεία του «μύθου» περίπου χάνονται (αν και όλα διευκρινίζονται στη συνέχεια) ή απαιτούν κοπιαστική αποκρυπτογράφηση. Δυστυχώς, στην ασάφεια συμβάλλουν, στο συγκεκριμένο κομμάτι, και οι μεταφραστικές επιλογές της ελληνικής έκδοσης, όπου η ξέπνοη αφαιρετικότητα της Σμιθ (ή του «φαντάσματος» του Φραντσέσκο) και ο ποιητικός εσωτερικός ρυθμός της έχει, για κάποιο λόγο, αποδοθεί με ένα συνονθύλευμα παλιομοδίτικων, ψευδο-ποιητικών λέξεων και εκφράσεων, που καθόλου δεν υποστηρίζονται από το πρωτότυπο. Ευτυχώς, έπειτα από καμιά δεκαριά σελίδες το ύφος της Σμιθ κατακάθεται σε μια αρκετά πιο στρωτή πρόζα, και η μετάφραση, λίγο-πολύ, ακολουθεί.

Ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο ανάποδα (με την ιστορία της Τζορτζ πρώτη) είχα την αίσθηση ότι λειτούργησε ως σύνολο καλύτερα. Και δανειζόμενη την πανταχού παρούσα στο κείμενο μεταφορά από την τέχνη της νωπογραφίας, θα έλεγα ότι με αυτή τη σειρά αποκαλύπτεται και ερμηνεύεται με περισσότερη ενάργεια το παλιότερο «στρώμα», εκείνο που αποτέλεσε και τη βάση για το λαμπρό έργο που αντικρίζει ο έκθαμβος θεατής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ