ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Νέα ανακεφαλαιοποίηση και οι παγίδες των προηγούμενων

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΑΥΓΟΥΛΕΑΣ*, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ**

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο​​ι τραυματισμένες ελληνικές τράπεζες θα βρεθούν σύντομα αντιμέτωπες με έναν νέο κύκλο ανακεφαλαιοποιήσεων, οι οποίες είναι συζητήσιμο αν θα καταφέρουν να αποκαταστήσουν τον ρόλο του παρόχου ρευστότητας προς την οικονομία, που είχαν οι τράπεζες πριν από την κρίση. Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντικό να προειδοποιηθούν οι πιστωτές της Ελλάδας μαζί με την ΕΚΤ και τον εποπτικό φορέα των τραπεζών για τις παγίδες των προηγούμενων ανακεφαλαιοποιήσεων.

Οι ελληνικές τράπεζες άρχισαν να λαμβάνουν άμεση κρατική βοήθεια ήδη από το 2008. Αυτή η βοήθεια ήταν πολύ μικρή, ιδίως όσον αφορά τα μετρητά, αν συγκριθεί με το επίπεδο κεφαλαιακών ενισχύσεων και την παροχή εγγυήσεων που δόθηκαν λίγο πριν και λίγο μετά την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους στα τέλη του 2011. Παρά τη χορήγηση μετρητών προς τις ελληνικές τράπεζες που μέχρι σήμερα υπερβαίνει τα 45 δισ. ευρώ και τις εγγυήσεις ύψους περίπου 130 δισ. ευρώ, η πιστωτική επέκταση δεν αυξήθηκε στην Ελλάδα. Υπάρχουν δύο προφανείς αιτίες για αυτή την αποτυχία: πρώτον η μαζική έξοδος καταθέσεων από το 2010 (πάνω από 130 δισ. ευρώ) με την έξοδο 40 δισ. να είναι πιο πρόσφατη και να οφείλεται στην αβεβαιότητα για τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρώ. Δεύτερον, η συνεχής ύφεση που είναι το αποτέλεσμα κυρίως έντονα αντιπληθωριστικών πολιτικών επιλογών υπαγορευμένων από τους πιστωτές της Ελλάδας. Ωστόσο το να ρίξουμε την ευθύνη σε αυτούς τους δύο παράγοντες δεν αρκεί, διότι από πίσω τους κρύβεται μια ακόμη πιο δυσάρεστη ιστορία. Η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες δεινοπάθησαν εξαιτίας όλων των ειδών αποτυχιών εταιρικής διακυβέρνησης πριν και μετά το 2008, περιλαμβανομένων υπονοιών περί εξυπηρέτησης ιδίων και φιλικών συμφερόντων όπως αποδεικνύεται από τον αριθμό διώξεων κατά υψηλόβαθμων τραπεζικών στελεχών, δεν ακολούθησε τη διεθνώς παραδεκτή πρακτική που προβλέπει η αμερικανική και ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Η εισαγωγή τεράστιων ποσών δημοσίου χρήματος στον τραπεζικό τομέα δεν συνοδεύτηκε από τον μηδενισμό της αξίας των παλιών μετοχών, την απόλυση των τραπεζικών διοικήσεων ασχέτως ενοχής και τη ριζική αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου δανείων τους. To 2012-2013 οι ελληνικές τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν με περίπου 40 δισ. ευρώ.

Ωστόσο είναι απορίας άξιον γιατί συναίνεσαν οι πιστωτές να επιτρέψουν στους παλιούς μετόχους, που πλέον αποτελούν μειοψηφία, τον έλεγχο των ελληνικών τραπεζών. Αυτή η μάλλον ασυνήθιστη προσέγγιση είχε ως αποτέλεσμα να μην επωφεληθεί το ελληνικό τραπεζικό σύστημα από την όποια προσπάθεια κάθαρσής του, ιδίως υπό το φως των διαπλεκόμενων και προνομιακών σχέσεων που διατηρούν ορισμένοι τραπεζίτες με πολιτική, δημοσιογραφικά και οικονομικά συμφέροντα. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η τραπεζική διακυβέρνηση «μολύνθηκε» από στρεβλά κίνητρα. Καθισμένες επάνω στη βραδυφλεγή βόμβα των μη εξυπηρετούμενων δανείων οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών δεν υιοθέτησαν τα μέτρα που ήταν απαραίτητα ώστε να αναδιαρθρώσουν το χαρτοφυλάκιο δανείων τους. Το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί απόδειξη της συνεχιζόμενης υποτίμησης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και της εξαέρωσης του εισοδήματος των νοικοκυριών και των εταιρικών κερδών που προκάλεσαν η συνεχής και επιδεινούμενη ύφεση και η συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας σε συνδυασμό με την αύξηση της φορολογίας του ιδιωτικού τομέα. Οι Ελληνες τραπεζίτες απέφυγαν να αναγνωρίσουν το μέγεθος του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους φοβούμενοι να καταγράψουν τεράστιες οικονομικές απώλειες τη στιγμή που ήταν ήδη πολύ πιεσμένοι οι ισολογισμοί των τραπεζών.

Ο προφανής τρόπος ώστε να αποκατασταθεί η λειτουργία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος μετά την ανακεφαλαιοποίηση του Νοεμβρίου/Δεκεμβρίου είναι η δημιουργίας μιας «κακής τράπεζας» που θα αναλάβει την ευθύνη για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και θα τα διαχειριστεί. Με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρουν οι ελληνικές τράπεζες να χορηγήσουν νέα δάνεια για τα οποία θα έχουν δοθεί επαρκείς εγγυήσεις και να αυξήσουν την παροχή πιστώσεων που είναι τόσο αναγκαία. Δεν πρόκειται περί κάποιας θεωρητικής μεθόδου, αλλά περί μεθόδου που εφαρμόστηκε και λειτούργησε αποδοτικά στη Σουηδία μετά την τραπεζική κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’90 και στις ΗΠΑ μετά την κρίση του 2008, όπου μάλιστα απέφερε και κάποιο μικρό κέρδος. Υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν, αποδεικνύεται λανθασμένη η προσέγγιση που υιοθετήθηκε μέχρι σήμερα σύμφωνα με τα προηγούμενα μνημόνια, δηλαδή να επιτραπεί στις παλιές διοικήσεις και στους παλιούς μετόχους να συνεχίσουν σαν να μη συνέβη τίποτε και, από την άλλη πλευρά, η αποδοχή της επιμονής των πιστωτών ότι είναι ίδια όλα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και συνεπώς θα πρέπει να διαγραφούν όλα μεμιάς. Ενόψει των επικείμενων ανακεφαλαιοποιήσεων, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ελληνικών τραπεζών θα πρέπει να μεταφερθούν και να τα διαχειρίζεται ένα ταμείο τύπου «κακής τράπεζας» στο οποίο θα έχουν δοθεί κρατικές εγγυήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο θα δοθεί στους Ελληνες οφειλέτες ένας αποτελεσματικός τρόπος να αναδιαρθρώσουν τα δάνειά τους, ενώ οι τράπεζες θα αποφύγουν να διαγράψουν το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Αντιθέτως, θα τους δοθεί η ευκαιρία να τα αξιολογήσουν αντικειμενικά και να τα μεταφέρουν στην «κακή τράπεζα». Επιπλέον, οι πιστωτές δεν θα κληθούν να αντιμετωπίσουν έναν «φουσκωμένο» λογαριασμό διάσωσης των ελληνικών τραπεζών, ενώ δεν θα χαθεί ολοκληρωτικά η επένδυση των Ελλήνων φορολογουμένων στις τράπεζες.

Η ορθή ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών και η ταυτόχρονη αποφυγή της υποχρεωτικής συμμετοχής σε αυτήν των πιστωτών τους, κάτι που υπό τις παρούσες συνθήκες θα αποδεικνυόταν καταστροφικό, καθώς και η ισχυρή και λελογισμένη εταιρική διακυβέρνηση, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην εξυγίανση του ελληνικού τραπεζικού τομέα. Θα αποτελούσε επίσης και ένα αποτελεσματικό πρώτο βήμα για την επιστροφή της Ελλάδας στον δρόμο της ανάπτυξης, αλλά και για να εξαλειφθούν οι εναπομείνασες αμφιβολίες σχετικά με τη συμμετοχή της χώρας στο ευρώ. Κάθε μία από αυτές τις ενέργειες θα είχε ως αποτέλεσμα τη μελλοντική μείωση του ύψους των μη εξυπηρετούμενων δανείων και τη σταδιακή επιστροφή καταθέσεων ύψους δεκάδων δισ. ευρώ. Η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών έχει εισέλθει στο πλέον κρίσιμο στάδιο, αποτελώντας ενδεχομένως το σημαντικότερο ζήτημα του ελληνικού κράτους, και δεν θα έπρεπε να διαπραχθούν τα λάθη του παρελθόντος. Αντιθέτως, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον ελπίδας για την προσπάθεια αποκατάστασης της ελληνικής οικονομίας. Ενδεχόμενη αποτυχία της ελληνικής κυβέρνησης, των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών και πάνω απ’ όλα των πιστωτών να ακολουθήσουν αυτό το παράδειγμα θα έχει σοβαρές συνέπειες για τους Ελληνες αποταμιευτές, τις ελληνικές επιχειρήσεις και τη συμμετοχή της χώρας στο ευρώ. Συνεπώς θα πρέπει να αποφευχθεί μια τέτοια αποτυχία.

* Ο κ. Αιμ. Αυγουλέας είναι καθηγητής Διεθνούς Τραπεζικού Δικαίου και Οικονομικών στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου. Ο κ. Δ. Παπαδημητρίου είναι πρόεδρος του Ινστιτούτου Οικονομικών Λέβι και καθηγητής Οικονομικών στο Bard College της Νέας Υόρκης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ