ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Νικόλαος Ρωκ-Μελάς, ευπατρίδης μιας ισχυρής παράδοσης

Νικόλαος Ρωκ-Μελάς. Μία ζωή αφιερωμένη στο κοινωνικό έργο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΑΠΩΛΕΙΑ. Η προσωπικότητα του Νικόλαου Ρωκ-Μελά, που απεβίωσε πριν από λίγες ημέρες σε ηλικία 78 ετών, ήταν συνυφασμένη όχι μόνο με τις δραστηριότητες του Ιδρύματος Βασιλείου Γ. Μελά αλλά και με ένα ευρύ πλέγμα δράσεων για την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, τον τουρισμό και την πνευματική ζωή του τόπου. Ασχολήθηκε με τις καλές τέχνες και ήταν ένας από τους σημαντικότερους ειδήμονες και εμπόρους έργων τέχνης καθώς και εμπειρογνώμων του Υπουργείου Πολιτισμού σε σχετικά θέματα. Είχε πολυσχιδή πνευματική δράση, είχε διατελέσει πρόεδρος του Συλλόγου «Οι Φίλοι του Μουσείου Μπενάκη», ήταν μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου των Μουσείων και ενεργότατο μέλος για δεκαετίες στο ΔΣ της Ιστορικής και Εθνολογικής εταιρείας και τελικά Αντιπρόεδρος. Υπήρξε ένας Αθηναίος πολίτης, χρηστός, ευρυμαθής και ιδιαιτέρως αγαπητός.

Απόγονος δύο σημαντικών οικογενειών που συνδέονται με την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. ‘Ήταν γιος του γλύπτη Φωκίωνος Ρωκ του δημιουργού του ανάγλυφου του Αγνώστου Στρατιώτη και απόγονος από την πλευρά του πατέρα του, οικογένειας Γάλλων εγκατεστημένων στην Αθήνα από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Ο παππούς του πατέρα του ήταν πρόξενος στην Αθήνα πριν από τον Αγώνα. Από την πλευρά της μητέρας του, ήταν απόγονος των οικογενειών Σούτζου και Μαυροκορδάτου, και της Ηπειρώτικης οικογένειας Μελά που προσέφερε πάρα πολλά στην ελευθερία της Βόρειας Ελλάδας.

Παππούς του ήταν ο στρατηγός Βασίλειος Μ. Μελάς, σύζυγος της Ελένης Σούτσου και γιος του Μιχαήλ, ο οποίος μετά την αποστράτευση του εξελέγη πρόεδρος της Αθηναϊκής Λέσχης η οποία στεγάστηκε σε οικογενειακό οίκημα. Από το 1981 έως το 2007, ο Νικόλαος Ρωκ-Μελάς υπήρξε μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής του “Ιδρύματος Βασιλείου Γ. Μελά για την Προσχολική αγωγή” (Νηπιακό Επιμελητήριο Μελά), αλλά και μετά το πέρας της θητείας του ήταν αφοσιωμένος με πάθος στο έργο του Ιδρύματος, στην κατασκευή, δηλαδή, και συντήρηση νηπιαγωγείων σε όλη τη χώρα και ιδιαίτερα στον τόπο καταγωγής της οικογενείας, την ‘Hπειρο. Συνέχισε τη μακρά οικογενειακή παράδοση, δεδομένου ότι τόσο ο παππούς του, όσο και η μητέρα του Σοφία είχαν, επί πολλά έτη, διατελέσει μέλη της Δ.Ε. του Ιδρύματος, ο ίδιος δε το θεωρούσε ως τμήμα της ζωής της οικογένειάς του. Και μετά την παραίτησή του εξακολούθησε να παρίσταται στις συνεδριάσεις της Δ.Ε. του Ιδρύματος παρέχοντας τη χρήσιμη γνώμη του στα μέλη της και επιδιώκοντας την ευόδωση του καταστατικού σκοπού του Ιδρύματος. Είχε παντρευτεί την Λένα Βλ. Λεβίδη, και απέκτησαν δύο κόρες και έξι εγγόνια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ