ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα.... παιδιά ενός κατώτερου Θεού πλήρωσαν την κρίση

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το «μάρμαρο» της κρίσης πλήρωσε κυρίως ο ιδιωτικός τομέας, με το Δημόσιο να μένει σχεδόν στο απυρόβλητο και να προστατεύεται από τις κυβερνήσεις ως «ιερή αγελάδα» προς χάρη του πολιτικού κόστους.

Μόνο που το κόστος αυτό και οι παρενέργειες της ασύμμετρης δημοσιονομικής προσαρμογής συνέθλιψαν κάθε παραγωγικό στοιχείο που θα μπορούσε να είχε μετριάσει την ύφεση και να είχε επαναφέρει την ανάκαμψη ταχύτερα.

Οι διαπιστώσεις και οι αριθμοί που ακολουθούν είναι τραγικοί και ταυτόχρονα προκαλούν έντονο προβληματισμό για το μέλλον, καθώς η κρίση και οι λάθος πολιτικές επιλογές έπληξαν το πιο ζωτικό και πολύτιμο κομμάτι μιας οικονομίας: το ανθρώπινο κεφάλαιο και μάλιστα τους εκατοντάδες χιλιάδες νέους με προσόντα που εγκατέλειψαν την Ελλάδα προς αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης.

Η πολιτική των «ισοδύναμων» μέτρων, με στόχο να προστατευθεί όσο γινόταν το Δημόσιο, είχε θλιβερές επιπτώσεις στα εισοδήματα του ιδιωτικού τομέα, την απασχόληση και την ανταγωνιστικότητα. Το μείγμα αυτό δημιουργούσε την ανάγκη λήψης νέων μέτρων που πάλι με τη λογική των «ισοδύναμων» μεταφραζόταν κυρίως σε φόρους που οδηγούσαν σε μεγαλύτερη ύφεση, ανεργία και διατήρηση των στρεβλώσεων. Οι «ισοδύναμοι» φόροι ήταν η εύκολη λύση προκειμένου να μη θιγούν οι δαπάνες για τη διατήρηση ενός αντιπαραγωγικού Δημοσίου.

Ταυτόχρονα, τα στοιχεία και οι αριθμοί καταρρίπτουν μύθους και φέρνουν στην επιφάνεια αλήθειες που σε πολλούς δεν αρέσουν. Για παράδειγμα, το συνολικό εισόδημα από συντάξεις αυξήθηκε, διότι αυξήθηκαν περισσότερο οι συνταξιούχοι. Ετσι, η μέση σύνταξη μειώθηκε σημαντικά. Αλλο παράδειγμα: Τα εισοδήματα από αγροτικές δραστηριότητες όχι μόνο δεν επλήγησαν, αλλά παρουσίασαν αύξηση. Επίσης, τα «ρετιρέ» των ΔΕΚΟ βρέθηκαν στο «ισόγειο» καθώς υπέστησαν τις μεγαλύτερες μειώσεις μισθών μεταξύ όλων των κατηγοριών εργαζομένων. Βέβαια, είχαν και τους μεγαλύτερους μισθούς. Για τον λόγο αυτό, ίσως είναι πιο σωστό να δούμε κάθε κατηγορία από ποιο επίπεδο εισοδημάτων ξεκίνησε και πού κατέληξε, παρά να περιοριστούμε στις μεταβολές της τελευταίας εξαετίας.

Αλλά πριν περάσουμε στη σύγκριση εισοδημάτων πριν και μετά την κρίση, ας μείνουμε για λίγο στις μεταβολές. Και αυτό διότι θα οδηγηθούμε σε εντυπωσιακές και αντιφατικές διαπιστώσεις στη συνέχεια, οι οποίες εξηγούνται από τη διατήρηση των στρεβλώσεων, των αδικιών και της τεράστιας ανισοκατανομής εισοδήματος που δύο μνημόνια δεν κατόρθωσαν να θεραπεύσουν.

Μειώσεις μισθών

Από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος προκύπτει ότι οι μέσες ακαθάριστες (ονομαστικές) αποδοχές στο σύνολο της οικονομίας μειώθηκαν κατά 19,3% από το 2010 έως σήμερα. Πώς προέκυψε αυτή η μείωση:

Οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα μειώθηκαν κατά 20,7% και μόνο στον τραπεζικό τομέα 23,3%, όταν στο στενό Δημόσιο οι περικοπές ήταν 12,4%. Εάν μάλιστα ληφθούν υπ’ όψιν οι αυξήσεις που πήραν οι δημόσιοι υπάλληλοι ένα χρόνο πριν (το 2009), τότε η συνολική μείωση των μισθών στο Δημόσιο υπολογίζεται σε 7,8%, όταν στον ιδιωτικό τομέα είναι 18,5%. Υπενθυμίζεται ότι όταν ξεκίνησαν οι μειώσεις μισθών το 2010 (λόγω του πρώτου μνημονίου), το 2009 στο Δημόσιο υπήρξαν αυξήσεις 5,2%, στις ΔΕΚΟ 7,7%, ενώ στον ιδιωτικό τομέα μόλις 2,8%.

Από την παραπάνω σύγκριση προκύπτει ότι οι μειώσεις μισθών στον ιδιωτικό τομέα ήταν περίπου διπλάσιες από ό,τι στο στενό Δημόσιο. Η διαπίστωση αυτή γίνεται πιο τραγική όταν δούμε ότι οι μειώσεις αυτές αφορούσαν κυρίως τους κατώτατους μισθούς και μάλιστα του ιδιωτικού τομέα. Διότι, η συνολική μείωση μισθών των ιδιωτικών υπαλλήλων από το 2010 μέχρι σήμερα ήταν 20,7% και στις κατώτατες αποδοχές 19,9%. Η μεγάλη αυτή περικοπή συνέβη τον Φεβρουάριο του 2012, όταν ο κατώτατος μισθός μειώθηκε κατά 22% για άτομα άνω των 25 ετών και κατά 32% για κάτω των 25 ετών.

Ας θυμηθούμε λίγο εκείνη την εποχή και τους κατώτατους μισθούς σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Πριν από τις περικοπές, ο κατώτατος μισθός στον ιδιωτικό τομέα ήταν 751,39 ευρώ. Μετά την περικοπή του 2012, ο κατώτατος μισθός για άτομα κάτω των 25 ετών γίνεται 510,95 ευρώ και για άνω των 25 ετών στα 586,08 ευρώ.

Εσπειραν φόρους, θερίζουν απολύσεις

Σύμφωνα με μία εκτίμηση στελεχών του ΔΝΤ που είχε γίνει κατά τη διάρκεια του πρώτου μνημονίου, για κάθε δημόσιο υπάλληλο που διατηρείται στη θέση του ενώ περισσεύει, απολύονται τέσσερις του ιδιωτικού τομέα. Ο υπολογισμός αυτός είχε στηριχθεί σε μια σειρά τεχνικών υποθέσεων που όριζαν την έννοια του δημοσίου υπαλλήλου που «περισσεύει» και το πώς μεταφέρεται το κόστος αυτό στον ιδιωτικό τομέα. Με πολύ απλά λόγια, η υπόθεση είχε στηριχθεί στο ότι η δημοσιονομική προσαρμογή θα πρέπει να μοιραστεί μεταξύ περικοπών δαπανών και αύξηση φόρων με τρόπο που να δημιουργεί τη μικρότερη ύφεση και τη μικρότερη μείωση στα φορολογικά έσοδα. Αυτό απαιτούσε μεγαλύτερη μείωση του δημοσίου τομέα ή «ισοδύναμα»: μείωση μισθών στο Δημόσιο, περικοπές συντάξεων, φόροι (σε όλους), κ.λπ. Οι κυβερνήσεις προτίμησαν τα «ισοδύναμα», τα οποία όμως προκαλούσαν ύφεση (μείωση διαθέσιμου εισοδήματος, καταναλωτικής δαπάνης κ.λπ.) και μείωση φορολογικών εσόδων και ανάγκη για λήψη νέων μέτρων. Φυσικά προκύπτει το ερώτημα: η απόλυση δημοσίων υπαλλήλων δεν θα προκαλούσε μείωση κατανάλωσης, φορολογικών εσόδων, αύξηση δαπανών για επιδόματα ανεργίας κ.λπ.; Ναι, αλλά σε μικρότερο βαθμό με αυτό που συνέβη. Διότι οι αρνητικές συνέπειες των «ισοδύναμων» ήταν μεγαλύτερες από αυτές της απώλειας, π.χ., 100.000 θέσεων εργασίας στο Δημόσιο. Με άλλα λόγια, θα είχε υπάρξει μικρότερη φορολογία στο σύνολο της οικονομίας και αντί να είχαν χάσει τη δουλειά τους 600.000 άτομα από τον ιδιωτικό τομέα, θα είχαν απολυθεί 300.000.

Αυξήθηκε ο κατώτατος μισθός στο Δημόσιο

Στο Δημόσιο πριν από την αλλαγή του ενιαίου μισθολογίου, ο εισαγωγικός μισθός ήταν 711 ευρώ. Με το νέο μισθολόγιο αυξήθηκε στα 780 ευρώ. Ετσι, παρά την κατάργηση πολλών επιδομάτων στο Δημόσιο (και στον ιδιωτικό τομέα) και της προσωπικής διαφοράς, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε σε σχέση με τον αντίστοιχο του ιδιωτικού τομέα. Βέβαια, θεωρητικά στον ιδιωτικό τομέα δεν υπάρχει ανώτατος μισθός, όπως στο Δημόσιο που ορίστηκε με το ενιαίο μισθολόγιο στα 2.409 ευρώ τον μήνα.

Ενα άλλο θεωρητικό παράδειγμα είναι το εξής: άγαμος ιδιωτικός υπάλληλος με τρεις τριετίες λαμβάνει 761,90 ευρώ και ο αντίστοιχος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο Δημόσιο λαμβάνει γύρω στα 1.000 ευρώ τον μήνα.

Η σύγκριση μισθών (πέραν των κατώτατων) μεταξύ Δημοσίου και ιδιωτικού τομέα είναι περισσότερο θεωρητική. Διότι η μισθολογική εξέλιξη στο Δημόσιο εξαρτάται από τη βαθμίδα της εκπαίδευσης και το μισθολογικό κλιμάκιο που μεταβάλλεται με διετίες ή τριετίες. Για παράδειγμα, ένας υπάλληλος υποχρεωτικής εκπαίδευσης χωρίς προϋπηρεσία γνωρίζει ότι θα εισέλθει με τον μισθό του πρώτου κλιμακίου στην κατηγορία του, δηλαδή με 780 ευρώ. Αντίθετα, ένας πτυχιούχος χωρίς προϋπηρεσία στον ιδιωτικό τομέα θα εισέλθει με τον βασικό μισθό των 586 ευρώ. Ο αντίστοιχος, στο Δημόσιο θα έπαιρνε γύρω στα 1.000 - 1.100 ευρώ.

Επίσης, στον ιδιωτικό τομέα παραμένουν οι 14 μισθοί, ενώ στο Δημόσιο υπάρχουν 12 καταβολές τον χρόνο. Ομως, αυτά ισχύουν για όσους έχουν ακόμα δουλειά πλήρους απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα και φυσικά πληρώνονται από τις επιχειρήσεις τους. Διότι στον ιδιωτικό τομέα, πέρα από το καθεστώς των 4ωρων και άλλων ευέλικτων μορφών εργασίας, το φαινόμενο των απλήρωτων εργαζομένων (ή καθυστερήσεων στις καταβολές μισθών) κοντεύει να γίνει κανόνας.

Ετσι, λοιπόν, εισέρχεται και ένας ακόμα παράγοντας στο ποιος πληρώνει τον λογαριασμό της κρίσης. Ο παράγοντας αυτός δεν σχετίζεται με το ύψος των αποδοχών, αλλά με το πόσοι τελικά εργάζονται και με ποια μορφή. Δείτε το εξής «μαγικό»: Η συνολική δαπάνη για αποδοχές και εργοδοτικές εισφορές στο σύνολο της οικονομίας μειώθηκε από το 2010 μέχρι σήμερα κατά 35,6%. Ομως, η ίδια δαπάνη ανά εργαζόμενο, μόλις κατά 17,8%! Πώς γίνεται αυτό; Προφανώς δεν πληρώνεται ο ίδιος αριθμός εργαζομένων. Με άλλα λόγια, η μείωση της δαπάνης οφείλεται στις απολύσεις. Δηλαδή στην ανεργία που δημιουργεί άλλο δημοσιονομικό κόστος (επιδόματα) και προβλήματα στα Ταμεία.

Κι ενώ συμβαίνουν όλες αυτές οι περικοπές σε μισθούς, θέσεις εργασίας και στις εργοδοτικές εισφορές (2,9 εκατοστιαίες μονάδες το 2014), το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της οικονομίας μειώνεται κατά 19,2%. Η μείωση αυτή συμβάλλει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Πώς προήλθε η μείωση αυτή; Με μείωση του κόστους εργασίας κατά 24,8% του ιδιωτικού τομέα. Δηλαδή, η συμπίεση του κόστους εργασίας ή, με άλλα λόγια, η βάση για αύξηση της ανταγωνιστικότητας προήλθε κυρίως από τον ιδιωτικό τομέα. Η αντίστοιχη βελτίωση του Δημοσίου ήταν πολύ μικρότερη και γι’ αυτό ο μέσος όρος πέφτει στο 19,2%.

Ανεργία

Οι απολύσεις, η εκτίναξη της ανεργίας και οι νέες μορφές εργασίας αφορούν τον ιδιωτικό τομέα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπ. Εργασίας, οι νέες προσλήψεις στον ιδιωτικό τομέα στο εννεάμηνο του 2015 αφορούσαν κατά 36,39% μερική απασχόληση, 18,44% εκ περιτροπής απασχόληση και κατά 45% πλήρη. Από την ΕΛΣΤΑΤ διαπιστώνουμε ότι οι άνεργοι από περίπου 560.000 άτομα το 2010 εκτινάσσονται σε 1.180.000 τον Αύγουστο του 2015. Δηλαδή αυξήθηκαν κατά περίπου 680.000 άτομα. Οι απασχολούμενοι μειώθηκαν κατά 875.700 άτομα. Η διαφορά των περίπου 195.000 (αρνητικό ισοζύγιο) οφείλεται στο γεγονός ότι οι αποχωρήσεις (κυρίως από συνταξιοδοτήσεις στο Δημόσιο και απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα) δεν καλύφθηκαν από περισσότερες προσλήψεις. Ετσι, το αρνητικό ισοζύγιο με την έννοια των απολύσεων-προσλήψεων αφορά τον ιδιωτικό τομέα, παρά τη συρρίκνωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων από περίπου 1 εκατ. το 2009 σε 576.000 το 2015.

Η συρρίκνωση του Δημοσίου προήλθε κυρίως μέσω φυσικών αποχωρήσεων (συνταξιοδοτήσεις) και της μείωσης των συμβασιούχων.
Τι θα είχε συμβεί εάν η μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων ήταν πιο «βίαιη», δηλαδή να είχε γίνει ένας σημαντικός αριθμός απολύσεων; Πριν από την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων, που δημοσιεύονται στην ίδια σελίδα, στο πάνω δεξιά κομμάτι, σπεύδουμε να διευκρινίσουμε προς αποφυγή κάθε είδους παρεξηγήσεων ότι η εργασία είναι ιερή και για τους δημοσίους και για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους. Κατά συνέπεια, ό,τι γράφεται δεν στρέφεται εναντίον κανενός...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ