Στάθης Ν. Καλύβας* ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​ι τρομοκρατικές επιθέσεις της προηγούμενης Παρασκευής στο Παρίσι θλίβουν και σοκάρουν, όπως αντίστοιχα σοκάρει η ροπή προς ανάρμοστους συμψηφισμούς παρέα με την έωλη αναζήτηση ελαφρυντικών. Σε αυτό συμβάλλει ο έντονα συμβολικός χαρακτήρας του Παρισιού, αλλά και η φρικιαστική βαρβαρότητα των επιθέσεων που στόχο είχαν τον πολλαπλασιασμό των θυμάτων και την τρομοκράτηση του πληθυσμού. Η τραγικότερη πτυχή της άθλιας αυτής ιστορίας συμπυκνώνεται στα χαρακτηριστικά των θυμάτων: νέοι άνθρωποι, 20-40 χρόνων στην πλειονότητά τους, που διασκέδαζαν στη πιο ζωντανή γειτονιά της γαλλικής πρωτεύουσας.

Αν όμως πάρουμε κάποια απόσταση από τα γεγονότα, εκπλήσσει ίσως λιγότερο το γεγονός πως είδαμε κάτι τόσο ειδεχθές και περισσότερο το ότι αντίστοιχες επιθέσεις δεν εκδηλώνονται με μεγαλύτερη συχνότητα.

Γράφεται συχνά πως οι επιθέσεις αυτές απαιτούν υψηλό βαθμό συντονισμού και οργάνωσης. Ομως, πόσο δύσκολο άραγε είναι να προμηθευτεί κανείς μερικά καλάσνικοφ και να τα στρέψει εναντίον ανυποψίαστων πολιτών; Και πόσο δύσκολο θα ήταν να τοποθετήσει κανείς ένα δέμα με εκρηκτικά σε έναν πολυσύχναστο δρόμο ή ένα σταθμό του μετρό; Με άλλα λόγια, η ουσιαστική ευκολία του εγχειρήματος βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τη σπανιότητά του. Γιατί;

Στο ερώτημα αυτό έχουν δοθεί δύο εξηγήσεις. Η πρώτη υπογραμμίζει το γεγονός πως τρομοκρατικές επιθέσεις όπως αυτές που ζήσαμε στο Παρίσι σπανίζουν γιατί απλούστατα δεν αποφέρουν πολιτικά οφέλη, όπως δείχνουν οι περισσότερες ποσοτικές μελέτες της τρομοκρατίας. Τόσο, π.χ., οι ακροαριστεροί αντάρτες πόλεων της Ιταλίας ή της Γερμανίας τη δεκαετία του ’70 όσο και η Αλ Κάιντα μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 απέτυχαν οικτρά. Αν είναι έτσι όμως, προκύπτει το ερώτημα γιατί το φαινόμενο διαρκεί. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι, από την επιδίωξη της πρόκλησης μιας τυφλής ανταπάντησης που μπορεί να προσδώσει νέα ώθηση σε μια ένοπλη οργάνωση, μέχρι τη στρατολόγηση νέων μελών και τη συμβολική και ψυχολογική ικανοποίηση που συχνά παρέχουν τέτοιες ενέργειες. Πρόκειται πάντως για διαστάσεις που υστερούν σε σύγκριση με την απουσία στρατηγικής αποτελεσματικότητας και εξηγούν το γεγονός πως η τρομοκρατία αποτελεί εξαίρεση και όχι κανόνα.

Οσο για τη δεύτερη εξήγηση, αυτή επικεντρώνεται στα ατομικά κίνητρα και υπογραμμίζει τα ψυχολογικά και ηθικά εμπόδια που αποτρέπουν τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων από το να προβούν σε κάποια βίαιη πράξη. Ακριβώς επειδή η ιδέα της βίας μάς είναι τόσο αποκρουστική, η άσκησή της απαιτεί είτε μια έκρηξη πάθους (που δεν είναι συμβατή με την ψυχρή οργάνωση μιας τρομοκρατικής επίθεσης), είτε συστηματική προετοιμασία, είτε ψυχοπαθολογική διαταραχή. Ως προς την τελευταία αυτή διάσταση, κάποια από τα χαρακτηριστικά των επιθέσεων στο Παρίσι (η θεαματική τους βία και το γεγονός πως οι εκτελεστές διασκέδαζαν με το μακάβριο έργο τους) εμφανίζουν σημαντικές αναλογίες σε επίπεδο ατομικής ψυχολογίας με τις απολίτικες μαζικές επιθέσεις σε σχολεία και αλλού από τις οποίες υποφέρουν οι ΗΠΑ.

Η σχετική σπανιότητα των τρομοκρατικών επιθέσεων σε συνδυασμό με τη μεγάλη προσαρμοστικότητα των ανθρώπινων κοινωνιών εξηγεί και την ευκολία με την οποία επιστρέφει η καθημερινότητα. Εδώ και χρόνια οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων της Δύσης έχουν μάθει να συμβιώνουν με τον μικρό μεν αλλά υπαρκτό κίνδυνο μιας τρομοκρατικής επίθεσης. Οι κάτοικοι της Νέας Υόρκης δεν απομακρύνθηκαν από τα αεροπορικά ταξίδια μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, οι κάτοικοι της Μαδρίτης εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τον προαστιακό σιδηρόδρομο μετά την 11η Μαρτίου 2004 και οι κάτοικοι του Λονδίνου το μετρό μετά την 7η Ιουλίου 2005. Ο μεγαλύτερος λόγος ανησυχίας παραμένει ο απομακρυσμένος ακόμη (αλλά όχι για πάντα) κίνδυνος μιας κλιμάκωσης της τρομοκρατίας διαμέσου της χρήσης όπλων μαζικής καταστροφής.

Καθώς αναρωτιόμαστε για το τι θα ακολουθήσει, καλό είναι να θυμόμαστε πέντε διδάγματα από προηγούμενα κύματα τρομοκρατίας. Πρώτο, είναι γνωστό πλέον πως τυφλές και αδιάκριτες αντιδράσεις την επαύριο ενός τρομοκρατικού χτυπήματος είναι εσφαλμένες, εκτός από άδικες. Το ζητούμενο στις περιπτώσεις αυτές είναι η ψυχραιμία και η αυστηρή επιλεκτικότητα. Δεύτερο, η τρομοκρατία δεν αντιμετωπίζεται με πόλεμο αλλά με αστυνομικού τύπου επιχειρήσεις σε συνδυασμό με τη βελτίωση των πολιτικών ενσωμάτωσης προβληματικών ομάδων. Τρίτο, ο περιορισμός των ατομικών ελευθεριών στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας οδηγεί ακριβώς εκεί που επιθυμούν οι τρομοκράτες, ενώ παραμένει αναποτελεσματικός ως μέθοδος. Η εμπειρία της Ευρώπης από τις δεκαετίες ’70 και ’80 παραμένει ως προς αυτό πολύτιμη παρακαταθήκη. Τέταρτο, ο ισλαμικός εξτρεμισμός και το Ισλάμ είναι έννοιες σχετικές αλλά όχι ταυτόσημες. Ο ακραίος ισλαμισμός πηγάζει από μια συγκεκριμένη θρησκεία και κουλτούρα, όμως οι δεύτερες είναι πολύ ευρύτερες του πρώτου. Τέλος, η ανάπτυξη του ισλαμικού εξτρεμισμού δεν είναι καθόλου άσχετη από την αποτυχία του αραβικού κόσμου να αναπτυχθεί πολιτικά και οικονομικά. Η τραγική όσο και συντριπτική αποτυχία του αραβικού εθνικισμού και σοσιαλισμού (Μπάαθ) οδήγησε σε διεφθαρμένες και καταπιεστικές δικτατορίες που αναζήτησαν στην αναζωπύρωση μουσουλμανικών δοξασιών μια εύκολη ιδεολογική νομιμοποίηση, ανοίγοντας έτσι την πόρτα στην ανάπτυξη μιας ιδεολογίας που συνδυάζει τον θρησκευτικό σκοταδισμό με τη φασιστική βαρβαρότητα, σε ένα μεταμοντέρνο περιτύλιγμα λατρείας του θανάτου και θεαματικής βίας.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ