ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το σουηδικό μοντέλο και οι «άλλοι»

TΑΣΟΣ ΤΕΛΛΟΓΛΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Νορβηγία είναι η πιο πλούσια χώρα της Ευρώπης. Και το αποθεματικό της στο ταμείο των γενεών φθάνει τα 200 δισ. ευρώ. Το ΑΕΠ της χώρας ήταν 512 δισ. δολ. το 2012, το δημόσιο χρέος της 30% του ΑΕΠ. Η ανεργία είναι μόλις 4% (7,1% στον ΟΟΣΑ) και το ποσοστό απασχόλησης φθάνει το ιλιγγιώδες 75% (37% στην Ελλάδα πριν από από την κρίση). Αλλά από το 2006 η Νορβηγία άρχισε να συζητάει την ανάγκη να μεταρρυθμίσει το ασφαλιστικό της σύστημα που ήταν αναδιανεμητικό, όπως το ελληνικό. Η χώρα εκτός των άλλων αντιμετώπιζε ένα ποσοστό αναπηρικών συντάξεων που έφθανε στο 9% του συνόλου. Το ποσοστό των δαπανών για συντάξεις στη Νορβηγία έφθασε το 2015 το 5,4% του ΑΕΠ.

«Οταν το 2006 αποφασίσθηκε να αλλάξουμε το σύστημα, δημιουργήθηκε μια διακομματική επιτροπή, με έναν εκπρόσωπο από κάθε ένα από τα 7 κόμματα, ακόμα και από το πιο μικρό», λέει στην «Κ» ο Μάρτιν Αντρεσεν, σύμβουλος του νορβηγικού οργανισμού γενικής ασφάλισης (το ΙΚΑ της Νορβηγίας). «Πλάι στους εκπροσώπους των κομμάτων υπήρχαν ειδικοί για το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Η επιτροπή θα έπρεπε να αποφασίσει τις γενικές γραμμές της μεταρρύθμισης χωρίς να μπει σε λεπτομέρειες».

Τον ρωτήσαμε γιατί το έκαναν αυτό και η απάντηση ήταν αφοπλιστική: «Αν δεν το κάναμε, η κάθε ομάδα πίεσης θα έκανε υπολογισμούς με βάση τα νούμερα που θα δίναμε στη δημοσιότητα και θα άρχιζε να πιέζει προς την κατεύθυνση να μη γίνει η μεταρρύθμιση».

Τα νέα δεδομένα άρχισαν να ισχύουν από το 2011. Ο νέος τρόπος υπολογισμού της σύνταξης βασίζεται σε μια εγγυημένη σύνταξη, σύμφωνα με το ελάχιστο εισόδημα που χρειάζεται κανείς για να ζήσει (1.500 ευρώ), και στη συνέχεια σε λογαριασμούς τού κάθε ασφαλισμένου όπου γίνεται νοητή κεφαλαιοποίηση από credits που συγκεντρώνει από τα 13 ώς τα 75 του χρόνια. Ουδείς μπορεί να έχει συντάξεις πάνω από 7,1 φορές της ελάχιστης, ενώ το ποσοστό αναπλήρωσης κυμαίνεται πλέον στο 60%. Η σύνταξη δεν υπολογίζεται με βάση τα 20 καλύτερα εργάσιμα χρόνια αλλά με όλο τον εργάσιμο βίο, ενώ υπάρχει ένας συντελεστής προσδόκιμου ζωής που μειώνει αντίστοιχα τις συντάξιμες απολαβές.

Σουηδία

Οι Νορβηγοί αντέγραψαν τη σουηδική ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Εκεί για να δικαιούσαι την ελάχιστη εγγυημένη σύνταξη –όπως αυτήν που θέλει να εισαγάγει ο κ. Γ. Κατρούγκαλος–, χρειάζονται 40 χρόνια βεβαιωμένης παραμονής στη χώρα. Οπως και στη Νορβηγία, οι κρατήσεις είναι το 18,1% του μισθού. Μαζί με αυτές για το επικουρικό, οι κρατήσεις του μέσου Σουηδού εργαζομένου, για τα χρόνια των γηρατειών του, φθάνουν το 25%. Και οι Σουηδοί έχουν το σύστημα της νοητής κεφαλαιοποίησης, με τη διαφορά ότι αν εκεί τα «έσοδα» από την κεφαλαιοποίηση υστερούν των δαπανών, μπαίνει σε λειτουργία ένας αυτόματος μηχανισμός σταθεροποίησης και περιορίζει τις παροχές. Αυτός ο μηχανισμός δεν υπάρχει στη Νορβηγία.

Στη Σουηδία υπάρχει σύστημα σταθερών εισφορών. «Το σύστημα, που ήταν προϊόν των μεταρρυθμίσεων της πτώχευσης των τραπεζών στις αρχές της δεκαετίας του ’90, λειτουργεί συναινετικά μεταξύ των κοινωνικών εταίρων», γράφει ο Νίκολας Μπαρ, οικονομολόγος, σε paper του υπουργείου Οικονομικών που αξιολόγησε τις μεταρρυθμίσεις το 2013. Πρώτος στρατηγικός στόχος είναι «να διατηρηθεί ο συναινετικός χαρακτήρας του τρόπου με τον οποίο γίνεται η διαχείριση του ασφαλιστικού συστήματος».

Υπάρχει μια ομάδα εκπροσωπούμενη από κόμματα του Κοινοβουλίου που εξετάζουν αν το σύστημα χρειάζεται αλλαγές ή συμπληρώσεις. Στην έκθεσή του ο κ. Μπαρ αναρωτιέται πως «όταν ψηφίσθηκε ο νόμος, το Κόμμα των Πρασίνων ήταν πολύ μικρό για να πάρει μέρος στην ομάδα του ασφαλιστικού. Μήπως θα πρέπει τώρα να συμπεριληφθεί;».

Στη έκθεση του σουηδικού υπουργείου Οικονομικών γίνεται η παραδοχή ότι το σύστημα θέτει τη δημοσιονομική σταθερότητα πάνω από την προστασία, αφιερώνοντας πόρους στην προστασία εκείνων με χαμηλές συντάξεις, καθώς στόχος είναι να υπάρξει άμβλυνση των συνεπειών της φτώχειας των γηρατειών. Το αποτέλεσμα είναι σειρές (κλάσεις) που ζουν σε περιόδους ανάπτυξης της οικονομίας να παίρνουν υψηλότερες συντάξεις από εκείνες που ζουν σε περιόδους στασιμότητας ή ύφεσης. Οι συντάξεις πάντως είναι ένα υποσύνολο μιας σειράς πολιτικών για την κινητικότητα στην αγορά εργασίας. Οι εκπρόσωποι των κομμάτων συμφώνησαν τις βασικές γραμμές της μεταρρύθμισης στην «ομάδα για το ασφαλιστικό» το 1992. Η μεταρρύθμιση άρχισε από το 1999.
Ιταλία

Και στην Ιταλία ισχύει το σουηδικό μοντέλο, με κρατήσεις στο σκέλος της νοητής κεφαλαιοποίησης που φτάνουν για εργοδότη και εργαζόμενο στο 33% της αμοιβής (1/3 εργαζόμενος, 2/3 εργοδότης). Η ιταλική μεταρρύθμιση ήρθε την επομένη μιας αποτυχημένης απόπειρας του Σίλβιο Μπερλουσκόνι να αλλάξει μονομερώς το σύστημα. Η κυβέρνησή του παραιτήθηκε και στη συνέχεια ανέλαβε τα ηνία της εξουσίας μια κυβέρνηση τεχνοκρατών υπό τον Λαμπέρτο Ντίνι. Ο Μάρκο Σιμόνι γράφει πως ο νόμος γράφτηκε από κοινού από αξιωματούχους του υπουργείου Οικονομικών και των εργατικών συνδικάτων. Οι περικοπές των συντάξεων ήταν μεγάλες.

Οι αλλαγές επί Μπερλουσκόνι

Ο Μάρκο Σιμόνι, οικονομολόγος, υπολογίζει ότι η κεντροαριστερή κυβέρνηση Ντίνι στην Ιταλία έκανε 10% λιγότερες περικοπές απ’ ό,τι ο Μπερλουσκόνι, αλλά η «πονηριά» ήταν να «μοιράσει» τις περικοπές σε έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό, αφήνοντας «εκτός» τις συντάξεις λόγω συμπλήρωσης ορίου ηλικίας. Περίπου 4,5 εκατομμύρια εργάτες ψήφισαν με πλειοψηφία 64% σε 40.000 συνελεύσεις υπέρ του νόμου. Ομως η αλλαγή στις συντάξεις ήταν μέρος μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης στην αγορά εργασίας, με την καθιέρωση της μερικής απασχόλησης, μαζική εισαγωγή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου κ.λπ. Πάντως αυτές οι αλλαγές δεν άγγιξαν τους οργανωμένους σε συνδικάτα εργαζομένους που συνέχισαν να απολαμβάνουν τα παλιά προνόμια. Με βάση τις αλλαγές, το 2019 άνδρες και γυναίκες θα βγαίνουν στη σύνταξη στα 67 έτη.

Μέχρι το 1992 αρκούσαν κρατήσεις μιας 15ετίας για την ελάχιστη σύνταξη. Με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση, όπως συμπληρώθηκε τελικά το 2011, υπάρχει ένα ευέλικτο παράθυρο όπου κανείς μπορεί να πάρει σύνταξη μεταξύ των 62 και των 67 ετών. Αυτό θα ισχύσει μέχρι τη λήξη της μεταβατικής περιόδου (8 χρόνια). Η μεταρρύθμιση «έκοψε με το μαχαίρι» τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις με μία εξαίρεση: εάν οι δικαιούχοι είναι 62 και έχουν 42,5 χρόνια ασφάλισης οι άνδρες, και 41,5 οι γυναίκες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ