ΔΗΜΗΤΡΗΣ Β. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ*

Συμπληρωματικό νόμισμα και οικονομική σταθερότητα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ε​​να παράλληλο οικονομικό σύστημα είναι χρήσιμο, ιδίως για μία χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία προσπαθεί να επανέλθει στον δρόμο της οικονομικής ανάκαμψης. Η ιδέα της εφαρμογής παράλληλου (συμπληρωματικού) οικονομικού συστήματος, όμως, απέκτησε κακή φήμη στη χώρα μας για δύο λόγους: την αρνητική προβολή που εξασφάλισε η πρόταση, μετά την αποκάλυψη για σχεδιασμό περίπλοκου, μυστικού παράλληλου οικονομικού μηχανισμού –γνωστού ως Plan Β– με στόχο την υποκλοπή των ΑΦΜ Ελλήνων φορολογούμενων, επινόησης του πρώην υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη. Δεύτερη αιτία δυσφήμισης του συμπληρωματικού οικονομικού συστήματος είναι η παραπλανητική και ψευδής άποψη, που προωθήθηκε από τα κόμματα της αντιπολίτευσης και κάποια ΜΜΕ, ότι ένα τέτοιο σύστημα θα αποτελούσε το πρώτο βήμα για την έξοδο από την Ευρωζώνη. Οι λόγοι αυτοί και η προτίμηση του ελληνικού λαού για παραμονή στη ζώνη του ευρώ απέκλεισαν κάθε πιθανότητα σοβαρής συζήτησης της πρότασης για δημιουργία παράλληλου οικονομικού συστήματος από την παρούσα κυβέρνηση. Παρότι η πρόταση ναυάγησε, η τύχη της θα έπρεπε να είναι καλύτερη.

Οι μέχρι στιγμής έρευνές μας στο Ινστιτούτο Levy επικεντρώθηκαν στην ex-ante εκπόνηση σεναρίων για τη δομή και την οργάνωση ενός τέτοιου συστήματος, και περιλαμβάνουν προσομοιώσεις των επιπτώσεων της επιβολής του. Τα παράλληλα νομίσματα έχουν αποδείξει την αξία τους ως παραγόντων μακροοικονομικής σταθερότητας, ιδιαίτερα για οικονομίες σε ύφεση, ενισχύοντας την οικονομική δραστηριότητα, χωρίς να υποκαθιστούν το κύριο νόμισμα.

Το ελβετικό WIR (Wirtschaftsring - «Ιδιωτικός  κύκλος») είναι το παλαιότερο παράλληλο νόμισμα και επιβλήθηκε το 1934, ως απάντηση στην κρίση ρευστότητας που ακολούθησε τη Μεγάλη Υφεση. Το WIR παραμένει –ακόμη και σήμερα– το σημαντικότερο συμπληρωματικό νόμισμα εν ισχύι, ενώ είναι ουσιαστικά άγνωστο, μετά την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Ελβετίας να μην το προωθήσει ενεργά, εξαιτίας της αντίθεσης των τραπεζών στη χρήση του. 

Η δομή του συστήματος WIR περιλαμβάνει οίκο συμψηφισμού (clearing house), που συμπληρώνεται από συνεταιριστική τράπεζα, ικανή να προσφέρει παραδοσιακές τραπεζικές υπηρεσίες στους συμμετέχοντες στο σύστημα, στο νόμισμα της WIR (δάνεια ανεξάρτητα από την ισοτιμία, υπηρεσίες πληρωμών και άλλα). Οι συναλλαγές αυτές πρέπει να πληρώνονται στο νόμισμα της WIR. Αυτό σημαίνει ότι μία επιχείρηση, η οποία έλαβε δάνειο από την τράπεζα WIR, οφείλει να πουλά το προϊόν και τις υπηρεσίες της σε WIR, ενισχύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη ζήτηση για το παράλληλο νόμισμα, εντός του δικτύου συναλλαγών. Από τη δεκαετία του 1970, οι συμμετέχοντες στο σύστημα, οι οποίοι εγκαταλείπουν το WIR, δεν δικαιούνται να ανταλλάσσουν WIR σε ελβετικά φράγκα ούτε και να τα πουλήσουν σε μειωμένη τιμή. Η ανταλλαγή και η πώληση θα καθιστούσαν το WIR, καθώς και το όλο σύστημά του, αναξιόπιστα. Τα συσσωρευμένα WIR μπορούν να δαπανηθούν μόνο εντός του συστήματος ανταλλαγής.

Οι τελευταίες στατιστικές της WIR Bank δείχνουν ότι περισσότερες από 60.000 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις κάθε κλάδου της βιομηχανίας και των υπηρεσιών (ποσοστό 16% των ελβετικών επιχειρήσεων) αξιοποιούν το παράλληλο νόμισμα WIR.

Οι επιχειρήσεις αυτές χωρίζονται, στο μεταξύ, σε καταγεγραμμένες και μη καταγεγραμμένες. Οι πρώτες συμφωνούν ότι ορισμένο ποσοστό (ενίοτε 50%) των συναλλαγών τους θα πραγματοποιείται σε WIR και το υπόλοιπο σε ελβετικά φράγκα, ενώ οι δεύτερες χρησιμοποιούν ad hoc το παράλληλο νόμισμα. Οσες συναλλαγές υπόκεινται σε φόρους φορολογούνται σε ελβετικά φράγκα, καθώς το παράλληλο νόμισμα δεν είναι αποδεκτό για την αποπληρωμή φορολογικών υποχρεώσεων.

Το νόμισμα WIR υπάρχει μόνο σε ηλεκτρονική μορφή και δεν εκδίδεται σε χαρτονομίσματα ή κέρματα. Ο χρήστης του παράλληλου νομίσματος διατηρεί τουλάχιστον δύο λογαριασμούς στη Συνεταιριστική Τράπεζα WIR, τον έναν σε ελβετικά φράγκα και τον άλλο σε WIR. Κάθε WIR είναι ίσο με ένα φράγκο, χωρίς ωστόσο να είναι ανταλλάξιμο.

Οπως εξηγεί ο Βόιτεκ Καλινόφσκι, του Ινστιτούτου Veblen στο Παρίσι, ένα συμπληρωματικό νόμισμα λειτουργεί ως δημιουργός χρήματος, μία «δημιουργία» η διαχείριση της οποίας γίνεται από οικονομικούς παράγοντες εκτός του παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος, ικανή να τροφοδοτεί τη συνολική ζήτηση της οικονομίας σε καιρούς ύφεσης. Το συμπληρωματικό οικονομικό σύστημα αναδεικνύεται έτσι σε ισχυρό μακροοικονομικό εργαλείο. Αυτό αποδεικνύει και η έρευνα του S. Stodder γύρω από το νόμισμα WIR, που έδειξε ότι το παράλληλο νόμισμα ακολούθησε πιστά το ποσοστό ανεργίας, ιδιαίτερα μετά τις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Η εμπειρία 80 ετών από τη χρήση του συμπληρωματικού νομίσματος WIR υπογραμμίζει τις σημαντικές του επιτυχίες: για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες πλήττονται κατ’ εξοχήν από τις μεταβολές στην απασχόληση, το WIR προσέφερε πηγή πιστώσεων και ρευστότητας σε εποχές ύφεσης, τη στιγμή που οι παραδοσιακές τράπεζες περιόριζαν δραστικά τη ροή πιστώσεων. Για μία οικονομία σε ύφεση, η χρήση «πιστωτικής δεξαμενής» τύπου WIR έχει αντικυκλικές επιπτώσεις, σε μία στιγμή κατά την οποία η συμβατική νομισματική πολιτική κινείται συνήθως προκυκλικά.

Ας ελπίσουμε ότι η επιτυχημένη εμπειρία του συμπληρωματικού οικονομικού συστήματος WIR σε μία χώρα όπως η Ελβετία, η οποία διακρίνεται για την οικονομική της ευρωστία και τη σταθερότητά της, θα δώσει το έναυσμα για αναθεώρηση της πολιτικής συμπληρωματικού οικονομικού συστήματος στην Ελλάδα. Οι ιδιωτικές δαπάνες και επενδύσεις υποχωρούν, όπως και ο τραπεζικός δανεισμός· τα πραγματικά επιτόκια αυξάνονται και ο αποπληθωρισμός συνεχίζεται, με την ανεργία να παραμένει πεισματικά υψηλή. Η σημερινή στρατηγική απέτυχε να οδηγήσει σε ανάκαμψη, ενώ ακόμη και η εγκατάλειψη των προγραμμάτων λιτότητας δεν πρόκειται να προσφέρει ανακούφιση, παρά μόνο σε δυσθεώρητο βάθος χρόνου. Τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά Ταμεία (ΕΣΠΑ) θα βοηθήσουν, αλλά δεν θα έχουν την απαιτούμενη ισχύ για να τροφοδοτήσουν την ανάκαμψη.

Η αποκατάσταση της εσωτερικής ζήτησης πρέπει να μπει στο επίκεντρο της ελληνικής οικονομικής πολιτικής. Παρ’ όλα τα μειονεκτήματά του, ένα συμπληρωματικό οικονομικό σύστημα που θα στηρίζει την περιφερειακή ανάπτυξη και τα προγράμματα απασχόλησης, θα αποτελέσει στροφή προς την ανάκαμψη της αγοραστικής δύναμης και την ανοικοδόμηση της τραυματισμένης ελληνικής οικονομίας.

* Ο Δημήτρης Β. Παπαδημητρίου είναι πρόεδρος του Levy Economics Institute και καθηγητής Οικονομικών στο Bard College της Νέας Υόρκης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ