ΘΕΑΤΡΟ

Το θέατρο είναι και παιχνίδι...

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

Ρούλα Γεωργακοπούλου (η συγγραφέας, αριστερά) και Σοφία Φιλιππίδου (η ηθοποιός και σκηνοθέτις της παράστασης). Ηταν βέβαιο ότι κάποια στιγμή αυτές οι δύο γυναίκες θα δούλευαν μαζί. Φωτ.: Νίκος Κοκκαλιάς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εκ πρώτης όψεως δεν έχουν πολλά κοινά. Η Σοφία Φιλιππίδου είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης, με καριέρα τριάντα χρόνων στο θέατρο κυρίως, αλλά επίσης στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο. Παρά τις εμπορικές της επιτυχίες, που θα μπορούσαν να την τυποποιήσουν ως κωμική ηθοποιό, η ίδια επιμένει να ασκεί το επάγγελμά της με τους δικούς της όρους, ακόμη κι αν έχουν κόστος. Τον περσινό Δεκέμβριο κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Με μια σκάλα στο φεγγάρι», που συγκεντρώνει τα χρονογραφήματά της για την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Η Ρούλα Γεωργακοπούλου, πάλι, είναι συγγραφέας. Ή καλύτερα ένας άνθρωπος της γραφής, επαγγελματίας δημοσιογράφος και χρονογράφος από τους πιο αιχμηρούς και ενδιαφέροντες που διαθέτει ο ελληνικός Τύπος. Ενας μέρος αυτών των δημοσιογραφικών κειμένων αποτελούν το περιεχόμενο του βιβλίου της «Γυναίκα μετρίου αναστήματος». Είναι επίσης θεατρική συγγραφέας, με πιο πρόσφατη και επιτυχημένη δουλειά της το έργο «Οδός Πολυδούρη».

Ηταν βέβαιον ότι κάποια στιγμή αυτές οι δύο γυναίκες θα δούλευαν μαζί. Η πρώτη θα έλεγε ότι ήταν μοιραίο, αποτέλεσμα πολλών ασυνειδήτων μηνυμάτων που έστελναν μεταξύ τους εδώ και χρόνια. Η δεύτερη θα μιλούσε ίσως για μια ψυχική συγγένεια, για συνάψεις που δημιουργήθηκαν με τον καιρό μέσω της κοινής τους αγάπης για το θέατρο και τη γραφή.

Το σίγουρο είναι ότι η παράσταση που ανεβαίνει αυτόν τον καιρό στο Από Μηχανής Θέατρο, με τίτλο «Καρφίτσες στα γόνατα», είναι το αποτέλεσμα μιας υπόρρητης συζήτησης που, επιτέλους, βγαίνει στο φως. Σαν τις τελίτσες που ενώνονται για να φτιάξουμε την εικόνα, ή σαν τις καρφίτσες που τρυπώνουν το ύφασμα για να πατήσει αργότερα η ραφή, η συγγραφέας και η ηθοποιός-σκηνοθέτης συνομιλούν απολαυστικά πάνω στη σκηνή, όπως συμβαίνει και στην πραγματική ζωή. Καθώς η μία κόβει και η άλλη ράβει, στήνουν μια παράσταση sur mesure.

Ρούλα Γεωργακοπούλου: Το καλοκαίρι που μας πέρασε, έτσι, χωρίς λόγο, αποφάσισα να στείλω αυτά τα δύο μονόπρακτα στη Σοφία. Ηταν «Η Προσπερίνα και ο ναύτης» και το «Διανυκτερεύον». Ηθελα απλώς να τα δει, και ήδη αισθανόμουν μεγάλη συστολή. Εχω μια ντροπαλή σχέση με το θέατρο, επειδή θαυμάζω την τέχνη του. Τόλμησα λοιπόν να της απευθυνθώ, γιατί είχα δει τις παραστάσεις της κι εκτιμούσα πολύ την ελευθερία και το διονυσιακό της πνεύμα. Μετά τα πράγματα εξελίχτηκαν ταχύτατα. Εκείνη τα διάβασε και της άρεσαν, εγώ καταχάρηκα, συζητήσαμε τις ιδέες της από κοντά και τότε άκουσα για πρώτη φορά ότι σκεφτόταν να τα συνδέσει, και να υποδυθούν άντρες τούς γυναικείους ρόλους. Οταν μου το είπε, πρέπει να έμεινα άφωνη για μερικά λεπτά. Μετά όμως σκέφτηκα ότι το θεατρικό έργο δεν στέκεται μόνο του. Είναι η δυνατότητα για μια παράσταση στην οποία ο σκηνοθέτης έχει τον τελικό λόγο. Επιπλέον το θέατρο είναι και παιχνίδι. Αν του στερήσεις αυτό το στοιχείο, γίνεται επιστήμη. Και δεν το θέλουμε καθόλου.

Σοφία Φιλιππίδου: Στη συνάντηση με τα κείμενα της Ρούλας άκουσα το ένστικτό μου. Την πρώτη αίσθηση, που επειδή είναι σαν το πρώτο φιλί, πάντα την εμπιστεύομαι. Επιπλέον, η χαρά, η έμπνευση, ο ενθουσιασμός είναι διονυσιακά πράγματα, και εγώ εκείνη την εποχή μελετούσα τις «Βάκχες» του Ευριπίδη. Η μεταμφίεση του Πενθέα σε γυναίκα από τον Διόνυσο, προκειμένου να εισχωρήσει στα μυστήρια των γυναικών, πάντα με ερέθιζε. Ετσι μου γεννήθηκε η ιδέα να υποδυθούν άντρες τούς γυναικείους ρόλους στην παράσταση, σαν να είναι αυτή η μεταμόρφωση ο μόνος τρόπος για να μπεις στη Βακχεία.

Ρ. Γ. Αυτή η ιδέα ικανοποίησε το θηλυκό στοιχείο που ήθελα να έχει το έργο. Μην πω ότι το τόνωσε κιόλας. Για μένα το θέμα της ταυτότητας του φύλου είναι πολύ σημαντικό, από τα βασικά που με ενδιαφέρουν στη ζωή. Ηταν λοιπόν φυσικό να γράφω έτσι από μικρή, μόνον που αυτό συνέβαινε σε μια εποχή που το ελληνικό θέατρο ήταν μάλλον ηθογραφικό, και αυτού του τύπου η γραφή δεν είχε μεγάλη τύχη. Εξ ου και δεν έβρισκα πολλούς συνομιλητές. Εζησα μεγάλη μοναξιά στο παρελθόν που με αποκαρδίωσε και με έκανε να κλειστώ στον εαυτό μου.

Αρπαξα αυτήν τη μεγάλη ευκαιρία

Ρ. Γ. Αργησα πολύ να ξαναγράψω για το θέατρο. Δεν είμαι επαγγελματίας της θεατρικής γραφής, δεν θεραπεύομαι μέσω αυτής, δεν ξυπνώ το πρωί και λέω τώρα τι θα γράψουμε. Πρέπει να βαρύνει πολύ κάτι μέσα μου για να ξεκινήσω.

Σ. Φ. Τα έργα με πέτυχαν τη στιγμή που είχα πάρει την απόφασή μου να απομακρυνθώ από τα κεντρικά θέατρα, γιατί είχα κουραστεί από την προσπάθεια να είμαι καλή ηθοποιός, αληθινή, και ταυτόχρονα να γεμίζω την αίθουσα. Επιπλέον ένιωθα ότι μεγαλώνοντας είχα ανάγκη να επιστρέψω στην πρώτη χαρά, στο πρώτο θεατρικό κάλεσμα.

Ηθελα να «φτιάξω» θέατρο, και το λέω έτσι επειδή άλλη λέξη δεν ξέρω γι’ αυτό που θέλω να κάνω: να παίρνω έργα, να τα ενώνω, να σκέφτομαι τη μουσική, τα κοστούμια, τον φωτισμό, να συνθέτω τεχνοτροπίες και, τελικά, ολόκληρη η παράσταση να γίνεται σαν ένα γλυπτό. Ετσι λοιπόν σχεδόν άρπαξα αυτήν τη μεγάλη ευκαιρία και ξεκινήσαμε τις «Καρφίτσες στα γόνατα».

Ρ. Γ. Ολο το έργο είναι μια τρομακτική κωμωδία. Αν πρέπει σώνει και καλά να το κατατάξουμε κάπου, θα το εντάσσαμε στο θέατρο του παραλόγου. Η εποχή που ζούμε δεν μπορεί να μιλήσει με τους όρους ενός κλασικού κειμένου. Είμαστε παιδιά της αποδόμησης και αυτό το πληρώνουμε ακριβά.

Δεν μπορούμε να συγκροτήσουμε έναν πλήρη κόσμο και μέσα εκεί να βάλουμε τους ήρωές μας. Ετσι όπως είμαστε διαλυμένοι, είναι αδύνατον να γράψουμε με τους τρόπους της στερεής, αρχιτεκτονικά δομημένης δραματουργίας του παρελθόντος. Θα λέγαμε ένα μεγάλο ψέμα.

Σ. Φ. Αυτό ταιριάζει και σ’ εμένα. Η συγκεκριμένη παράσταση δεν έγινε για να δώσει απαντήσεις στα τρέχοντα, τα φλέγοντα. Ούτε θέλει να δείξει στον θεατή πώς να ζήσει ή πώς να αισθανθεί. Σαν ένα σύγχρονο έργο τέχνης που κινείται, μιλάει, τραγουδάει και χορεύει, επιθυμεί να προσφέρει μια συγκίνηση, ένα αίσθημα, μια εικόνα. Αυτό φτάνει.

​​Η παράσταση θα παίζεται έως τις 17 Ιανουαρίου. Από Μηχανής Θέατρο, Ακαδήμου 13, Κεραμεικός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ