ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ετορε Σκόλα, οξυδερκής ανατόμος της ανθρώπινης συνθήκης

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Ετορε Σκόλα, ο οποίος έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 84 ετών, ήταν ένας από εκείνους τους παλιούς Ιταλούς μάστορες του σινεμά που έχτισαν πάνω στην παράδοση του Ντε Σίκα (υπήρξε μαθητής του) και του Ροσελίνι. Η κοφτερή κοινωνική ματιά, την οποία επισήμανε και ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι στο συλλυπητήριο μήνυμά του, τον οδήγησε στη δημιουργία μερικών εξαιρετικών φιλμ, ειδικά κατά τη δεκαετία του 1970, σε μια καριέρα που μετρά 41 ταινίες σε σχεδόν 40 χρόνια συνεχούς παραγωγής.

Στο σχεδόν γκροτέσκο «Βίαιοι, βρώμικοι και κακοί» του 1976, ο Σκόλα παρακολουθεί τον βίο μιας φτωχής οικογένειας, τα μέλη της οποίας (γονείς, παιδιά, παππούδες, ξαδέρφια κ.ο.κ.) ζουν κυριολεκτικά στοιβαγμένα σε μια τρώγλη, στους λόφους της Ρώμης. Οι μικρές δολοπλοκίες του ενός απέναντι στον άλλο, οι εξωφρενικές περιστάσεις (ο πατέρας βάζει στην ουσία σύζυγο και ερωμένη στο ίδιο κρεβάτι) και η γενικότερη απεικόνιση της καθημερινότητας, συνθέτουν ένα ωμό όσο και κωμικοτραγικό πορτρέτο αδικίας κοινωνικού αποκλεισμού. Εντονα πολιτικοποιημένος άλλωστε, όπως και πολλοί κινηματογραφιστές της γενιάς του, ο Σκόλα αρεσκόταν ως σεναριογράφος να ανάγει το ειδικό στο καθολικό και το πανανθρώπινο· είτε παρατηρώντας τη βίαιη ιδεολογική ωρίμανση της Αριστεράς («We all loved each other so much») είτε τις απίθανες περσόνες της ιταλικής ιντελιγκέντσιας («Η ταράτσα»).

Κορυφαία στιγμή στην καριέρα του Ετορε Σκόλα θεωρείται το «Μια ξεχωριστή μέρα» του 1977, ταινία η οποία τιμήθηκε τόσο με τη Χρυσή Σφαίρα όσο και με 2 οσκαρικές υποψηφιότητες. Εκεί ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, ως διωκόμενος δημοσιογράφος του ραδιοφώνου, συναντά και ερωτεύεται τη συναισθηματική νοικοκυρά Σοφία Λόρεν, με φόντο την άνοδο του φασισμού στην Ιταλία της δεκαετίας του ‘30. Το εκπληκτικό πλάνο της συνοδευτικής φωτογραφίας (από τη συγκεκριμένη ταινία) επιβεβαιώνει απλώς το ξεχωριστό αισθητικό ταλέντο του δημιουργού του.

Και κατά τις επόμενες δεκαετίες όμως, μετά το ‘70, ο Σκόλα συνέχισε να κάνει ποιοτικό σινεμά με φιλμ όπως ο «Χορός» (1983), «Η οικογένεια» (1987) και το «Ταξίδι του καπετάν Φρακάζα» (1990), τα οποία κέρδισαν σημαντικά βραβεία στα μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ. Μεγαλύτερη, ωστόσο, κληρονομιά του εκλιπόντος σκηνοθέτη είναι η μεταλαμπάδευση των κινηματογραφικών αξιών και της σήμα κατατεθέν αισθητικής του ιταλικού σινεμά, από την παλαιότερη γενιά στην επόμενη. Τόσο εκείνος όσο και άλλοι ομότεχνοί του (π.χ. αδελφοί Ταβιάνι) είναι σε μεγάλο βαθμό «υπεύθυνοι» για τη διατήρηση του πνεύματος κολοσσών όπως ο Ντε Σίκα, ο Ροσελίνι, ο Φελίνι κ.ά. και το μπόλιασμά του σε νεότερους δημιουργούς σαν τον Πάολο Σορεντίνο ή τον Ματέο Γκαρόνε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ