ΒΙΒΛΙΟ

Μια ζωή αγώνας για την τιμωρία εγκληματιών ναζί

ΣΙΣΣΥ ΑΛΩΝΙΣΤΙΩΤΟΥ

Η Μπεάτε και ο Σερζ Κλάρσφελντ σε μια εκδήλωση διαμαρτυρίας μπροστά στην πρεσβεία της Γερμανίας στο Παρίσι το 1974.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΜΠΕΑΤΕ και ΣΕΡΖ ΚΛΑΡΣΦΕΛΝΤ
Απομνημονεύματα-
Κυνηγώντας τους Ναζί
μτφρ.: Καρίνα Λάμψα
εκδ. Καπόν

Διαβάζοντας στο πρώτο μέρος του βιβλίου «Απομνημονεύματα-Κυνηγώντας τους Ναζί» τις αναμνήσεις των παιδικών χρόνων της Μπεάτε και του Σερζ Κλάρσφελντ, θα έλεγε κανείς ότι τίποτα ξεχωριστό, τίποτα περισσότερο δραματικό δεν συνέβη στη ζωή τους απ’ ό,τι στη ζωή εκατομμυρίων Γερμανών, εκατομμυρίων Εβραίων και εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων εκείνες τις μαύρες δεκαετίες του ’30 και του ’40. Ποιος ξέρει ποιοι παράγοντες συνεργάστηκαν για να υπάρξει αυτό το ζευγάρι που εξελίχθηκε σε μια ευτυχισμένη μεταπολεμική οικογένεια με δύο παιδιά, «στρατευμένο» ταυτόχρονα σε έναν αγώνα επίπονο, χρηματοβόρο και χρονοβόρο, αφοσιωμένο σε έναν τόσο δύσκολο, κοινό στόχο: το κυνήγι των Ναζί μετά τον πόλεμο.

Η Μπεάτε, μωρό μόλις τριών εβδομάδων όταν ο Χίτλερ έμπαινε στην Πράγα, μεγάλωσε στο ρημαγμένο μεταπολεμικό Βερολίνο με τον, τελικώς, αλκοολικό πατέρα, πρώην στρατιώτη της Βέρμαχτ, να δημιουργεί εξαιτίας και επιπλέον των συζυγικών καβγάδων με τη μητέρα, ένα ζοφερό κλίμα από το οποίο κάθε νέος άνθρωπος θα ήθελε να ξεφύγει και η Μπεάτε δεν αποτέλεσε εξαίρεση, αν και δεν μίσησε ποτέ το Βερολίνο:

«Από τη στιγμή που έκλεισα τα 21, τα οποία γιόρτασα στις 13 Φεβρουαρίου 1960, δεν είχα παρά μία σκέψη στο μυαλό μου – να εγκαταλείψω αυτήν την πόλη για την οποία ένιωθα, παρ’ όλα αυτά, ένα βαθύ και ανεξήγητο δέσιμο. Περνώντας συχνά, ιδίως τις Κυριακές, από το Δυτικό στο Ανατολικό Βερολίνο, έκανα δικά μου τα μνημεία, τα μουσεία, ακόμα και τους δρόμους των Βερολίνων».

Τον Μάρτιο, ωστόσο, του 1960 κάνει την πρώτη γνωριμία με το Παρίσι, την πόλη που έγινε η μήτρα του μέλλοντός της και μια μέρα του Μαΐου, σε ένα σταθμό του μετρό τη φλερτάρει ένας νεαρός Γάλλος, ο Σερζ Κλάρσφελντ.

Η παιδική ηλικία του Σερζ φέρει, βεβαίως, το βάρος της εβραϊκής του καταγωγής αν και «εβραϊκή συνείδηση» θα αποκτήσει πολύ αργότερα και μόνον εξαιτίας των ναζιστικών εγκλημάτων όπως και πολλοί άλλοι που, μέχρι τότε, είχαν λησμονήσει ότι το να είσαι Εβραίος συνιστά μια καθοριστική διαφορετικότητα: « [...] Ο τρόμος εξαπλώνεται σαν τη φωτιά. Οι συλλήψεις ανάμεσα στους 25.000 Εβραίους που βρίσκονται στη Νίκαια πολλαπλασιάζονται. Ενα μεθοδικό πλέγμα εγκαθίσταται με αποτέλεσμα εκείνοι που επιχειρούν να διαφύγουν να διατρέχουν ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο από αυτούς που μένουν [...]».

Τον Σεπτέμβριο του 1943, η Γκεστάπο περικυκλώνει το κτίριο στο οποίο έχουν βρει καταφύγιο οι Κλάρσφελντ και συλλαμβάνουν τον πατέρα, Αρνό. Η μητέρα Ραΐσα και τα παιδιά, Σερζ 8 χρόνων και Ζωρζέτ 11 ετών, έχουν κρυφτεί στην κρυψώνα που είχε φτιάξει τις τελευταίες μέρες ο Αρνό, μέσα σε μια ντουλάπα: « [...] Ξαφνικά χτυπούν την πόρτα μας. Τους ανοίγει ο πατέρας μου. Μια φωνή με έντονη γερμανική προφορά τον ρωτά στα γαλλικά: “πού είναι η γυναίκα σας και τα παιδιά σας;". Ο πατέρας μου απαντά “είναι στην εξοχή επειδή μόλις απολυμάναμε το διαμέρισμα”. Οι Γερμανοί μπαίνουν κι αρχίζουν να ψάχνουν. Ενας απ’ αυτούς ανοίγει την πόρτα του ντουλαπιού, δεν εξετάζει το μεσότοιχο που μας κρύβει απ’ τα μάτια του, ξανακλείνει την πόρτα. Εβδομήντα χρόνια μετά, ακούω ακόμα το θόρυβο των ρούχων που γλιστρούν στην μπάρα [...]». Αυτή ήταν η τελευταία φορά που η Ραΐσα είδε τον άντρα της και τα παιδιά τον πατέρα τους...

Αυτή η Μπεάτε και αυτός ο Σερζ θα αφιερώσουν τη ζωή τους προκειμένου να βρεθούν και να καταδικαστούν οι Ναζί που κατάφεραν να ξεφύγουν και να βρουν καταφύγιο στην Αργεντινή, σε χώρες της Λατινικής Αμερικής όπου και δραστηριοποιήθηκαν επαγγελματικά καταφέρνοντας, κάποιοι από αυτούς, και να πλουτίσουν. Ο Κλάους Μπάρμπι (ο χασάπης της Λυών) που έστειλε σε θαλάμους αερίων μωρά και μικρά Εβραιόπουλα, ο Ζόζεφ Μένγκελε (ο γιατρός των πειραμάτων στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης), ο Μορίς Παπόν και πολλοί άλλοι βρέθηκαν στο στόχαστρο των Κλάρσφελντ και κάποιοι, όπως ο Παπόν, αν και τυχεροί αφού κατάφεραν να φτάσουν σε βαθιά γεράματα, τιμωρήθηκαν έστω και αργά.

Η Μπεάτε και ο Σερζ κατάφεραν, αν και πέρασαν ουσιαστικά όλη τους τη ζωή έχοντας επαφή με ένα φρικιαστικό κομμάτι του ανθρώπινου πολιτισμού, να διατηρήσουν την ψυχραιμία, τη λογική απόσταση, την εποπτεία τους στα πράγματα χωρίς να χάσουν τίποτα από το πάθος που τους ένωσε σε αυτόν τον κοινό σκοπό: « [...] στο σύνολό τους οι Γάλλοι και οι Εκκλησίες τους αντεπιτέθηκαν στην αντιεβραϊκή πολιτική της κυβέρνησης του Βισύ και τις έρευνες της Γκεστάπο [...]». Μαζί με τους ανθρώπους της οργάνωσης που έχουν ιδρύσει «Γιοι και Θυγατέρες των Εκτοπισμένων Εβραίων της Γαλλίας» συνεχίζουν να αναδεικνύουν το Ολοκαύτωμα αφενός μεν για τη διατήρηση της μνήμης καθενός θύματος χωριστά αφετέρου δε για να θυμίζουν την ανάγκη της επαγρύπνησης απέναντι σε κάθε είδους ολοκληρωτισμό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ