ΘΕΑΤΡΟ

Οι «Τρεις αδερφές» στην Ελλάδα

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Οι «Τρεις αδερφές» του Τσέχωφ: Λένα Παπαληγούρα («Συχνά στις πρόβες αισθάνομαι ότι το έργο μιλάει για μας»), Ιωάννα Παππά («Εμμεσα θα μπορούσαμε να πούμε ότι η εποχή μάς άφησε πίσω»), Αλεξάνδρα Αϊδίνη («Εχω βιώσει δραματικά, αυτό το “αύριο φεύγουμε”, “μετακομίζω”»).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Στη Μόσχα αδερφές μου, στη Μόσχα!» είναι η φράση από τις «Τρεις αδερφές» του Τσέχωφ που έχει μείνει κλασική, καθώς δείχνει την ανθρώπινη προσδοκία, την ανάγκη για μια καινούργια αρχή έπειτα από κάθε τέλος. Οι τρεις ηρωίδες του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα, η Ολια, η Μάσα και η Ιρίνα θα μπορούσε να ’ναι η Ολγα, η Μαρία, η Ειρήνη που ζουν στη σύγχρονη Αθήνα της κρίσης, της ματαίωσης, της απελπισίας και παρηγορούνται ακούγοντας τη Στέλλα Γκρέκα να τραγουδά «Τι κι αν χαθείς» και τη Μαίρη Λω «Μην τον ρωτάς τον ουρανό», καθώς προβληματίζονται απέναντι στο όνειρο της απόδρασης που όλο και απομακρύνεται.

Ο Δημήτρης Τάρλοου μετά τη sold out «Χίμαιρα», στην τρίωρη παράσταση που ανεβαίνει στις 18 του μηνός, «μικραίνει» τις χιλιομετρικές αποστάσεις. Στη δραματουργική του απόδοση μας φέρνει πιο κοντά σε όσα απασχολούν τις ηρωίδες του Τσέχωφ και όσα μας τραυματίζουν σήμερα, όπως το θέμα της φυγής από τη χώρα. Ρωσικές στιγμές με αποσπάσματα ελληνικής λογοτεχνίας και μουσικής.

«Το έργο “Τρεις αδερφές” γράφτηκε στις αρχές του 20ού αιώνα και είναι το πιο πολυπαιγμένο παγκοσμίως έργο του Τσέχωφ. Ισως γιατί αφορά σε τόσο μεγάλο βαθμό τη ματαίωση, το πρόσκαιρο της ύπαρξης και τη γλυκιά απελπισία του να ζεις. Το σκηνοθετώ, θέλοντας να εκφράσω τη δικιά μου βαθιά απελπισία κι απαισιοδοξία στη φάση αυτή της ζωής μου. Εχοντας πάρει πια οριστικά στα 50 μου την απόφαση να ζήσω και να πεθάνω εδώ, σε αυτά τα χώματα, θέλησα να βρω αποκούμπι στη σκληρή, κωμικοτραγική τούτη ιστορία των αυτοεξόριστων στη λασποεπαρχία αδερφών. Κάποτε πίστευα ότι η Τέχνη μπορεί να με σώσει. Τώρα πλέον ούτε κι αυτό. Καμιά Οκτάνα δεν βλέπω στα όνειρά μου» λέει στην «Κ» ο σκηνοθέτης, μεταφραστής και καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου «Πορεία» που από το 2000 στέγασε τα όνειρά του σε αυτή τη σκηνή-πυρήνα για κάθε ταλαντούχο καλλιτέχνη και αληθινής συγκίνησης για το κοινό.

Ας δούμε όμως και τη ματιά των τριών πρωταγωνιστριών. Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, η Ιωάννα Παππά και η Λένα Παπαληγούρα σκιαγραφούν τις ηρωίδες και μιλούν για τη δική τους... Μόσχα.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ AΪΔΙΝΗ: «Για μένα οι “Τρεις αδερφές” μοιάζουν με συνάντηση κορυφής. Καθημερινά εκπλήσσομαι στις πρόβες. Κυρίως με τις αναφορές. Διαβάζοντας το κείμενο αισθάνεσαι πως κάτι έρχεται και κάτι πρόκειται να συμβεί αλλά και πως κάτι τελειώνει. Αυτή τη μεταβατική εποχή που μας παρασύρει όλους, νιώθουμε πως κάτι βράζει.

Ζούμε άλλωστε μια περίοδο που είναι ικανή να μας βουλιάξει για αρκετό καιρό. Συχνά νιώθω πως αν δεν μετακινηθούμε και λίγο οδυνηρά μέσα μας, δεν θα αλλάξει κάτι. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που μας χαρακτηρίζουν έντονα, όπως η μετάθεση στο μετά. Να φύγουμε από δω, αλλού είναι καλύτερα. Σαν να είμαστε σε μια αίθουσα αναμονής. Ακόμη προσπαθώ να αποκωδικοποιήσω την Ολγα. Είναι η μεγαλύτερη απ’ όλες τις αδερφές. Μοναχική. Μέσα της συμβαίνει κάτι πολύ χαοτικό κι απέξω προσπαθεί να συντηρήσει μια τάξη. Εχει δύσκολη σχέση με τον χρόνο, τον μετράει, φοβάται το γήρας και το προκαλεί. Είναι μάρτυρας κάποιων καταστάσεων κι έτσι περνάει τη ζωή, δεν δρα, σπάνια επεμβαίνει, απλά παρατηρεί.

Είναι μια νέα αναμέτρηση μετά τη Μαρίνα στη “Μεγάλη Χίμαιρα”. Προφανώς έχω άγχος, ανησυχώ, αγωνιώ για κάτι που δεν έχω κατακτήσει κι όσο πλησιάζει ο χρόνος προσπαθώ να ενώσω τις τελίτσες. Και στα δύο έργα υπάρχει το απωθημένο, αυτό που μας κινεί και κυνηγάμε.

Στην Ολγα όμως βλέπω δικά μου χαρακτηριστικά. Την ίδια εξωτερική ψυχραιμία που δεν εκτονώνεται. Μερικές φορές προσπαθώ να κρατήσω κάποιες ισορροπίες που αν ήμουν πιο εκδηλωτική θα ήταν αλλιώς.

Είναι κάτι που παλεύω. Το όνειρό της ήταν η Μόσχα. Το δικό μου ήταν η Ρώμη που μεγάλωσα.

Είναι κομμάτι που με κινητοποιεί και πάντα με συνοδεύει. Το έχω βιώσει δραματικά, αυτό το “αύριο φεύγουμε”, “μετακομίζω”. Είναι θέμα άλυτο μέσα μου η Ιταλία. Τελείωσα ιταλικό σχολείο εδώ, ήταν να πάω για σπουδές εκεί, αλλά τελευταία στιγμή λοξοδρόμησα και έμεινα στην Ελλάδα. Ενα ταξίδι που έκανα το καλοκαίρι μόνη μού άνοιξε έμπρακτα λογαριασμούς αλλά με ηρέμησε. Η δική μου Μόσχα θα μπορούσε να είναι η Ρώμη».

Ανθρωποι γραπώνονται από μια φαντασίωση γιατί δεν τους χωράει ο τόπος

ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΠΠΑ: «Η Μαρία είναι η μεσαία αδερφή, παντρεμένη από τα 18 της κυρίως από ενθουσιασμό παρά γιατί ταιριάζει με τον Κουλίγκιν. Οπότε βιώνει δυστυχία, μιζέρια, καθήλωση. Χαίρομαι πολύ που μας ζητείται να αντιμετωπίσουμε τους χαρακτήρες με προσωπική προσέγγιση. Χωρίς να έχω ζήσει ένα κακό γάμο, δεν έχω τέτοια βιώματα, μπορώ να κατανοήσω τη Μαρία. Είναι μια γυναίκα στα όρια της κατάθλιψης.

Ενας χαρακτήρας με διακυμάνσεις. Οτιδήποτε ξαφνιάζει όπως ο έρωτας που προκύπτει με τον αντισυνταγματάρχη, της δημιουργεί μια αλλαγή στη διάθεση. “Τίποτα δεν είναι όπως θα έπρεπε να είναι” ακούγεται στην παράσταση. Αυτό έχει να κάνει με τη ζωή που δεν είναι έτσι όπως την ονειρευόμαστε, αλλά στιγμές. Υπάρχει ματαιότητα αλλά αν δεν αναζητάς την πίστη σε κάτι, τότε τι; Εμμεσα θα μπορούσαμε να πούμε ότι η εποχή μάς άφησε πίσω. Παγιδευτήκαμε κι εμείς σήμερα σε συνήθειες, τρόπο σκέψης, νοοτροπία που δεν πρεσβεύει το τώρα.

Στήσαμε μια παγίδα στον εαυτό μας με τον τρόπο που διαχειριστήκαμε τα πράγματα πολιτικά και κοινωνικά. Η Μόσχα στο έργο του Τσέχωφ συμβολίζει την απόδραση. Θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε ιδέα.

Εμείς σήμερα δεν επιθυμούμε την απόδραση όσο την αλλαγή της χώρας, μια χώρα πιο ανθρώπινη.

Γεννημένη στη Βοστώνη, ήρθα επτά μηνών στην Ελλάδα, η Αμερική μέχρι κάποια ηλικία ήταν λίγο “Μόσχα”. Δεν έχω πάει γιατί φοβάμαι τα υπερατλαντικά ταξίδια, αλλά θέλω. Δεκαπέντε χρόνια στον χώρο γνώρισα και την καλή εποχή. Δεν είχα αισθανθεί ποτέ την ανάγκη να πω: θέλω να φύγω. Τα τελευταία χρόνια άλλαξαν πολλά όχι προς το καλλιτεχνικό κομμάτι όσο στο μέρος των αμοιβών που περιορίστηκαν.

Είναι δύσκολα και δεν κρύβω πως αν προέκυπτε μια συνθήκη που θα μπορούσα να προσαρμοστώ, ένα άλλο επάγγελμα, ίσως το τολμούσα. Για τους ηθοποιούς όμως, η μετάβαση σε μια άλλη χώρα είναι πρόβλημα. Η γλώσσα είναι εμπόδιο. Οπότε ας αφήσουμε ελεύθερα τα όνειρα για να νιώθουμε ότι έχουμε επιλογές».

ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑ: «Ενας από τους λόγους που έγινα ηθοποιός ήταν τα έργα του Τσέχωφ. Είμαι ενθουσιασμένη με την επιλογή του σκηνοθέτη να μην τοποθετήσει τις “Τρεις αδερφές” σε μια ρωσική επαρχία αλλά σε ένα τόπο που θα μπορούσε να είναι και στην Ελλάδα. Συχνά στις πρόβες αισθάνομαι ότι το έργο μιλάει για μας. Την αγωνία των ανθρώπων αυτής της μεταβατικής στενής εποχής.

Με συγκινούν οι τελευταίες κουβέντες στο κείμενο: “θα έρθει καιρός που δεν θα υπάρχουν πια μυστικά κι όλα όσα κρατιούνται κρυμμένα θα έρθουν στο φως”. Το έργο σχεδόν με σοκάρει, λέγοντάς μου ότι πάντα ελπίζουμε για κάτι που δυστυχώς δεν έρχεται. Υπάρχουν ομοιότητες με το σήμερα: οικονομική δυσκολία, καταθλιπτικές συνθήκες, άνθρωποι που γραπώνονται από μια φαντασίωση γιατί δεν τους χωράει ο τόπος. Η Μόσχα για μένα μοιάζει με την Οκτάνα του Εμπειρίκου.

Η Ειρήνη που παίζω εμφανίζεται ως η πιο άφθαρτη της ζωής, όμως έχει τη μεγαλύτερη μετατόπιση. Είναι το πρόσωπο με τις μεγαλύτερες αλλαγές. Ξεκινάει με τη σιγουριά του ταξιδιού κι ίσως αυτό την κρατάει αθώα, αλλά παρακολουθούμε πώς φθείρεται το όνειρο. Το αρχικό “Θα πάμε στη Μόσχα”, στη δεύτερη πράξη γίνεται “Να πάμε στη Μόσχα”, στην Τρίτη “δεν είμαι ερωτευμένη αλλά θα παντρευτώ αρκεί να πάμε στη Μόσχα” και στην τέταρτη “δεν θα πάμε”.

Η ανάγκη της φυγής, η φαντασίωση ότι αλλού θα είναι καλύτερα είναι και σημερινά όνειρα ειδικά των νέων. Η ανάγνωση του Δημήτρη έχει να κάνει με τον αμείλικτο χρόνο, με την ήττα και πώς την αποδεχόμαστε.

Ποτέ δεν είναι τα πράγματα όπως τα ονειρευόμαστε. Στους αυτοσχεδιασμούς αναρωτιόμουν συχνά, αυτό το είπε ο Λαέρτης (Μαλκότσης) ή είναι μέσα στο κείμενο; Μοιάζουν όλα σημερινά.

Εχει πάντως ενδιαφέρον ότι οι ήρωες μέσα σε όλα αυτά τα συναισθήματα προσπαθούν να περάσουν καλά. Αυτό μου θύμιζε τις διακοπές στο σπίτι της φίλης μου της Ηλέκτρας στο Γαλαξίδι, όπου συναντιόντουσαν όλες οι γενιές της οικογένειας. Ενα σπίτι-πέρασμα. Αυτή η συμβίωση με όλους, η φιλοξενία, η ανάγκη να περάσεις καλά, η ανοιχτοσύνη είναι ελληνικό χαρακτηριστικό. Ενα σπίτι-πέρασμα, ένας τόπος αναμονής, ένας σταθμός μοιάζει και το σκηνικό. Οσο για τα κορίτσια, μακάρι να είχα και στη ζωή τέτοιες αδερφές».​​

H παράσταση «Τρεις αδερφές» του Αντον Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου ανεβαίνει στο Θέατρο Πορεία την Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου. Τρικόρφων 3-5 & 3ης Σεπτεμβρίου 69, Αθήνα 10433 Πλατεία Βικτωρίας. 210-82.10.991, 210-82.10.082

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ