ΒΙΒΛΙΟ

Αναπολήσεις της ζωής ενός μεγάλου στοχαστή

ΜΙΧΑΛΗΣ Ν. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ

Ο Κων. Ι. Δεσποτόπουλος ανήκε στη γενιά εκείνη που δοκιμάστηκε μετά την ανέχεια του πρόσφυγα, με τον ένδοξο Πόλεμο του 1940-41, το αίμα και τις συνέπειες του Εμφυλίου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Κωνσταντίνος Ι. Δεσποτόπουλος -για τον οποίο τόσα δικαίως επαινετικά γράφτηκαν τις ημέρες που ακολούθησαν τον θάνατό του, στις 7 Φεβρουαρίου- μας άφησε απομνημονεύματα δημοσιευμένα σε τρεις τόμους από τις εκδόσεις Παπαζήση, με τίτλο «Αναπολήσεις». Είναι μνήμες μιας μακράς και δημιουργικής ζωής που άρχισε στη Σμύρνη το 1913 και σημαδεύτηκε από την Καταστροφή του 1922. Ο συγγραφέας τους ανήκει στη γενιά εκείνη που δοκιμάστηκε μετά την ανέχεια του πρόσφυγα, με τον ένδοξο Πόλεμο του 1940-41, το αίμα και τις συνέπειες του Εμφυλίου, πριν γνωρίσει την Ελλάδα της προόδου και της ευρωπαϊκής πορείας. Γι’ αυτό και όσοι από εκείνη τη γενιά έζησαν βίο μακρύ, όπως ο Δεσποτόπουλος, μπορούν να συγκρίνουν ψυχραιμότερα τη σημερινή κρίση, έχοντας βιώσει τον αιώνα του μεγάλου θανατικού.

Ως φόρο τιμής στη μνήμη του, η «Κ» παρουσιάζει αποσπάσματα από τις εξαιρετικού ενδιαφέροντος «Αναπολήσεις» του.

Στους πιο καλούς του φίλους, ο Γεώργιος Καρτάλης είχε με την πολιτική του οξύνοια εντυπωσιάσει τον Δεσποτόπουλο· γι’ αυτό και οι επανειλημμένες αναφορές στον πρόωρα χαμένο πολιτικό της Κεντροαριστεράς:

«Με πρωτοβουλία του Καρτάλη, αφού εγώ είχα ολοκληρώσει τη συγγραφή της διδακτορικής διατριβής μου, αρχίσαμε τον Ιούνιο 1939 τη δύσκολη προσπάθεια να μεταφράσομε σε ωραία δημοτική το έργο του όχι πολύ γνωστού ακόμη στην Ελλάδα Ludwig Wittgenstein “Tractatus Logico-philosophicus". Διακόπηκε όμως το μεταφραστικό αυτό εγχείρημα καθώς στις 2 Σεπτεμβρίου ο μέγας πόλεμος επήλθε και αναστάτωσε τα σχέδια της ζωής μας. Είχε αλλάξει τότε ο χρόνος της Ιστορίας για όσους είχαμε υπερκαθημερινό στοχασμό, και ιδιαίτερα κάποια βαθύτερη γνώση των συμβαινόντων και των συνεπειών του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Η ενασχόληση με τον Wittgenstein αποτελούσε ήδη οχληρή πολυτέλεια. Μεγάλα προβλήματα πολιτικής διανοίγονταν εμπρός στη συνείδησή μας, και υπερβατικά των δυνάμεών μας. Αλλά και μικρά προβλήματα πρακτικά, της γύρω μας καθημερινότητας, ζητούσαν άμεση αντιμετώπιση».

Εφεδρος ανθυπολοχαγός στον Πόλεμο, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Μακεδονία, Απρίλιος 1941:

«Μόλις όμως πρόφτασα να βρεθώ σε απόσταση ολίγων μέτρων, και φως εκτυφλωτικό με καθηλώνει και με περιάγει σε αμηχανία, καθώς άρχισαν εν τω μεταξύ πυκνά πυρά πολυβόλων και λήψεις όλμων εναντίον μας. [...] Ημουν άοπλος. Αστραπιαία σκέφτηκα, ότι πρέπει να δοκιμάσω επιστροφή στο λόχο μου, σύμφωνα και με τη διαταγή του Συνταγματάρχη. Επεσα πρηνής στο έδαφος και προσπαθούσα με προχώρηση ερπηδόν να κινούμαι προς τον λόχο μου. Επί σχεδόν ημίωρο, κυλιόμενος και βαλλόμενος από τα πυρά του εχθρικού πεζικού, έφτασα κάποτε να αισθανθώ εκτός πεδίου βολής. [...]».

Ανήσυχος πανεπιστημιακός διδάσκαλος, δέχεται την τοποθέτησή του επικεφαλής αριστερής οργάνωσης το 1945, κάτι που είχε ως συνέπεια την απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γράφει:

«Με την ιδιότητα του πρόεδρου του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου Νέων [1945-1947] είχα κάποια ευχέρεια για πρόσβαση, όταν έπρεπε, στην Σοβιετική Πρεσβεία. [...] Θυμούμαι προπάντων δύο σημαντικές συναντήσεις με τον Πρέσβυ τότε Ναύαρχο Ροντιόνωφ. Στη μίαν από αυτές είχα την παράτολμη πρωτοβουλία να του δηλώσω παραινετικά, ότι θα ήταν ευκταίο η Σοβιετική Ενωση να προσφέρει εγγύηση για την ασφάλεια των συνόρων της Ελλάδος, και ότι αυτό θα βοηθούσε πολύ για την ανάπτυξη του έργου του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου Νέων. Μου απάντησε με ανένδοτη άρνηση, και με την οιονεί συμβουλή να μη υπερβαίνω τις αρμοδιότητές μου ως Προέδρου Σωματείου Νέων».

Ο Δεσποτόπουλος, «μίασμα» κατά τα πολιτικά ήθη σε έναν εμφύλιο πόλεμο για την αντίπαλη παράταξη στη δικαιοδοσία της οποίας βρέθηκε, ως έφεδρος αξιωματικός, στέλνεται για «φρονηματισμό» στη Μακρόνησο, από όπου θυμάται:

«Και ξημερώνει με ανταριασμένο το στρατόπεδο η 6 Απριλίου 1948 [...]. Ηχοι άγριοι σαλπίγγων και τυμπάνων και άλλοι θόρυβοι δημιουργούν ατμόσφαιρα τρόμου. [...] Προσέρχομαι στον Διοικητή. Ορθιος ο εύσωμος εκείνος παλαιός Συνταγματάρχης με υποδέχεται με την φράση: “Ηρθε η ώρα να εξεμέσεις το δηλητήριο που επότισες την ελληνική νεολαία. Ή αμέσως υπογράφεις τη δήλωση μετανοίας ή πηγαίνεις αμέσως για λιντσάρισμα στο Γ΄ Τάγμα”. Δεν έχασα την αταραξία μου και του απάντησα: “Κύριε Διοικητά, με πλήρη επίγνωση των συνεπειών στη δραματική αυτή ώρα σας δηλώνω: Εχω καθήκον να περισώσω την τιμή της ελληνικής φιλοσοφίας. Ο Σωκράτης αρνήθηκε να υποβάλει κάτι σαν δήλωση μετανοίας. Και ανάλογα σε κρίσιμες ώρες συμπεριφέρθηκαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. [...]”. Ο Διοικητής κραυγάζει: “Δεν λογαριάζω εγώ αυτά. Θα υπογράψεις τη δήλωση; Ναι ή ου;” Απαντώ: “Ου ναι, ναι ου”. [...] Οι δήμιοι με άρπαξαν. Επί τόπου άρχισαν να με χτυπούν σε διάφορα σημεία του σώματος με τα μικρά ξύλινα ρόπαλά τους. Εμεινα όρθιος και άντεχα στα χτυπήματα, όταν ένας από τους δημίους έρχεται να με χτυπήσει εκ των όπισθεν στο κεφάλι με σιδερένιο λοστό. Παλαιός αθλητής, δεξιοτέχνης εγώ του Volley-Ball, διέθετα μίαν ταχύτατη αντίληψη των κινήσεων του αντιπάλου, αλλά και μια ιδιαίτερη ευκινησία χεριών. [...] Αστραπιαία έφερα τον αγκώνα του αριστερού χεριού προς ημικάλυψη του κεφαλιού. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο αγκώνας μου εμείωσε τη δύναμη του χτυπήματος επάνω στο κεφάλι. Εσπασε ο αγκώνας, έπεσα, έχασα τις αισθήσεις μου, αλλά επέζησα».

Κατά τις πρώτες ημέρες της Δικτατορίας, αφού κρύβεται στο σπίτι του μπατζανάκη του Φαίδωνος Γκιζίκη, διαφεύγει στη Γαλλία, και αναλαμβάνει καθηγεσία στο Πανεπιστήμιο του Νανσύ. Από την περίοδο εκείνη και το «επεισόδιο» με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή:

«Στο Παρίσι με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή είχαμε ωραίες συζητήσεις για την κατάσταση της Ελληνικής Πολιτικής, αλλά και για θέματα ιστορίας και φιλοσοφίας, όχι άσχετα με την κατ’ ιδίαν μελέτη εκείνου. Σε κάποια συναναστροφή μας υπήρξε και μια έκσπαση οργής του Καραμανλή. [...] Στην κατοικία του Αναστασίου Λεβέντη, ολίγοι καλεσμένοι συζητούσαμε για την Ελληνική τότε πολιτική ανωμαλία. Και σε μια στιγμή ο Καραμανλής αγανακτησμένος εύλογα για την κατάσταση της Ελλάδος απευθύνθηκε με οργίλο ύφος προς εμένα και εις επήκοον όλων μου είπε: “Εσεί φταις που με έδιωξες τότε και ιδού τα χάλια μας”. [...] Εγώ είχα κατανοήσει, τι εννοούσε είτε υπονοούσε ο Καραμανλής: Την συνεργασία μου κάποτε με την εφημερίδα “Ελευθερία", πολιτικά εχθρική του. [...]».

Η συγκυρία έφερε το 1990 τον Δεσποτόπουλο «αντιμέτωπο» με τον Καραμανλή. Ηταν και οι δύο υποψήφιοι για το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Γράφει ο Δεσποτόπουλος:

«Στα χρόνια της επανιδρυμένης Δημοκρατίας, ολίγες εβδομάδες πριν την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας, μου τηλεφώνησε ο αείμνηστος Λεωνίδας Κύρκος σε πολύ φιλικό τόνο και μου ανήγγειλε ότι αποφάσισε η Αριστερά [ενιαίος Συνασπισμός] να με προτείνει ως υποψήφιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η απάντησή μου ήταν: Θα προτιμούσα να μη μου είχε γίνει η τιμή αυτή. Δεν θέλω να δώσω την εντύπωση άμετρης φιλοδοξίας, καθώς ο λαός θα νομίσει, ότι εγώ επιδίωξα την εξαιρετική αυτή τιμή προς το πρόσωπό μου. Ούτε όμως επιτρέπω στον εαυτό μου την απρέπεια να εκφράσω άρνησή μου. Εκφράζω απλώς τις ευχαριστίες μου. [...]».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ