Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Οι καρανίκες και μια ιστορία για το σιτάρι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η σημαντικότερη -και πιο ουσιαστική- ερώτηση που μπορεί να κάνει κανείς σε κάποιον: Τι θέλεις για τον εαυτό σου;

Παραλλαγές αυτής της ερώτησης: Ποιος θέλεις να είσαι; Τι θέλεις να γίνεις; Τι ζωή φαντάζεσαι για τον εαυτό σου;

Καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Αυτή την ερώτηση την έχω κάνει σε συνεντεύξεις για να προσλάβω ανθρώπους, σε δημοσιογραφικές συνεντεύξεις που έχω πάρει από ανθρώπους, σε κανονικές συζητήσεις στις οποίες ήθελα να καταλάβω καλύτερα με ποιον μιλάω, ακόμα και σε τυχαίες συνδιαλλαγές με αγνώστους, και έχει αποδειχτεί πολύτιμη, γιατί πάντα μου δείχνει μια πτυχή του ανθρώπου που δεν μπορεί να φανεί αλλιώς. Όχι το τι πιστεύει, ή το ποιος νομίζει ότι είναι, αλλά το τι θέλει.

Αυτό είναι το σημαντικότερο πράγμα που χρειάζεται να ξέρεις για τον άλλο, κατά τη γνώμη μου.

Ο λόγος που το λέω είναι η ιστορία του διάσημου, πλέον, Νικόλαου Καρανίκα, ο οποίος διορίστηκε σύμβουλος του πρωθυπουργού της χώρας και του οποίου τα χαρακτηριστικά στοιχεία που αναδεικνύονται από εχτές μέσα από το διαδικτυακό του αποτύπωμα και σχολιάζονται με ξεκαρδιστικό τρόπο στα social media παραπέμπουν σε μια γκροτέσκα φιγούρα επινοημένη από κάποιον που ήθελε να σατιρίσει τα μπουρδοαριστερά στερεότυπα της μεταπολίτευσης, και όχι σε πραγματικό πρόσωπο. Ακόμα δεν είμαι πεπεισμένος ότι είναι πραγματικό πρόσωπο.

Κάποιος που γράφει ότι “η καριέρα είναι σαν τη χολέρα” και πως το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν ένα “έργο τέχνης” και “αριστούργημα” (με κεφαλαία) και ο οποίος μάλιστα δεν είναι δεκαέξι χρονών αλλά σαράντα επτά, σε κάποιο άλλο μέρος της υφηλίου ίσως να ήταν ο τρελός του χωριού, ένας άκακος εκκεντρικός στις παρυφές της κοινωνίας, αλλά από ό,τι φαίνεται εδώ είναι σύμβουλος στον τομέα στρατηγικού σχεδιασμού της κυβέρνησης της Ελλάδος, όχι αστεία, εδώ είναι mainstream, είναι ελίτ, είναι κυρίαρχος, είναι κράτος, και νομίζω ότι φυσιολογικά εδώ τίθεται φυσιολογικά το ερώτημα απέναντι στον μυθικό “μέσο Έλληνα”, ο οποίος όλο και περισσότερο μοιάζει λίγο καρανίκας: Τι θέλεις για τον εαυτό σου;

Αυτό θέλεις;

Προσπάθησα πολύ για τις ανάγκες αυτού του άρθρου να σκεφτώ ποιο είναι το ακριβώς αντίθετο του καρανίκα (και, το “καρανίκας” πλέον δεν αναφέρεται στο πρόσωπο καθαυτό, αλλά αποκτά χαρακτήρα συμβόλου, γι’ αυτό γράφεται με μικρό), και το κοντινότερο που βρήκα ήταν ο Νόρμαν Μπορλογκ.

Επιτρέψτε μου να σας πω δυο λόγια για το Νόρμαν Μπόρλογκ.

Ο Νόρμαν Μπόρλογκ γεννήθηκε το 1914 στην Άιοβα των ΗΠΑ, δισέγγονος προσφύγων από τη Νορβηγία. Από τα επτά μέχρι τα δεκαεπτά του χρόνια δούλεψε στη φάρμα της οικογένειας, τόσο στα χωράφια όσο και φροντίζοντας τα ζώα, και μετά εκμεταλλεύτηκε μια κρατική επιχορήγηση για να σπουδάσει, δουλεύοντας ταυτόχρονα γιατί η οικογένεια ήταν φτωχή. Στην μακρά του καριέρα δούλεψε για εταιρείες και ερευνητικούς οργανισμούς πάνω σε αγροτικά θέματα και το 1944 βρέθηκε στο Μεξικό όπου άρχισε να ασχολείται επιστημονικά με την καλλιέργεια του σιταριού.

Το σιτάρι εκείνη την εποχή ήταν μια πολύ σημαντική πηγή τροφής, ειδικά στην Ασία. Ακόμα είναι, δηλαδή. Αλλά τότε η Ασία ζούσε και μια δημογραφική έκρηξη, και το πρόβλημα του υποσιτισμού ήταν τεράστιο, ειδικά στην Ινδία και το Πακιστάν. Δεν υπήρχε αρκετό φαγητό για όλους αυτούς τους ανθρώπους. Οι λιμοί ήταν συχνοί, ο πόλεμος διαρκής. Όλες οι μελέτες συμφωνούσαν πως το δημογραφικό πρόβλημα επρόκειτο να οδηγήσει αναπόφευκτα σε μια από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές καταστροφές που έχει δει ποτέ ο κόσμος.

Ο Νόρμαν Μπόρλογκ έκανε το εξής: Διασταύρωσε μια ποικιλία τυπικού σιταριού, από αυτό με το μακρύ, λεπτό βλαστό που υπήρχε στα περισσότερα σημεία του κόσμου, με μια άλλη ποικιλία, με κοντό, παχύτερο βλαστό, που μπορούσε να αντέξει το βάρος περισσότερων καρπών. Το αποτέλεσμα ήταν μια νέα ποικιλία που μπορούσε να βγάλει πολύ περισσότερους καρπούς από το ίδιο φυτό, και άρα πολύ περισσότερο σιτάρι από την ίδια καλλιεργήσιμη έκταση. Το 1963 το Μεξικό παρήγαγε έξι φορές περισσότερο σιτάρι από ό,τι το 1944, όταν έφτασε εκεί ο Μπόρλογκ. Μετά, ο Μπόρλογκ πήρε τα σιτάρια του και τα πήγε στην Ινδία.

Και η μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή που έχει δει ποτέ η ανθρωπότητα, αποφεύχθηκε.

Με μια απλή τεχνολογική επανάσταση, ένα γιγάντιο πρόβλημα λύθηκε μέσα σε μόλις λίγους θερισμούς. Ο Νόρμαν Μπόρλογκ, που δούλευε από τα εφτά του χρόνια με τη γη, που σπούδασε και δημιούργησε και έφτιαξε μια καριέρα που δεν ήταν καθόλου χολέρα, πήρε το Νόμπελ Ειρήνης το 1970.

Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, ο Νόρμαν Μπόρλογκ είναι το ακριβώς αντίθετο του καρανίκα.

Και το ερώτημα που τίθεται σε εσάς που διαβάζετε τώρα, σε όλους μαζί που ζούμε και ψηφίζουμε εδώ και στον κάθε έναν ξεχωριστά, είναι:

Εσύ τι θέλεις να είσαι;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ