ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επικράτηση της ευέλικτης εργασίας

ΡΟΥΛΑ ΣΑΛΟΥΡΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κυριαρχία των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, σημαντική μείωση των μισθών και ραγδαία φτωχοποίηση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού, απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και περιορισμό των κλαδικών συμβάσεων εργασίας χαρακτηρίζουν την εγχώρια αγορά εργασίας την περίοδο της κρίσης, σύμφωνα με την έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, όπως αυτή παρουσιάστηκε χθες στη Ρόδο, στο πλαίσιο του 36ου Πανελλαδικού Συνεδρίου της Συνομοσπονδίας. Μάλιστα, ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ Γιώργος Αργείτης, εκτίμησε πως θα χρειαστούν 20 ολόκληρα χρόνια για να επιστρέψει η ανεργία στα προ κρίσης επίπεδα, δηλαδή στο 7,3% του Μαΐου 2008.

Οι μελετητές, αν και διαπιστώνουν τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας από τον Ιούλιο του 2013, όταν από το 27,9% -που αποτελεί ιστορικό υψηλό της μεταπολεμικής περιόδου- μειώθηκε στο 24,5% τον Οκτώβριο του 2015, επισημαίνουν πως ο ρυθμός μείωσης του ποσοστού ανεργίας τόσο το 2014 όσο και το 2015 παρέμεινε σταθερός στο 5,6% κατ’ έτος. Τονίζουν δε, πως αν παραμείνει σταθερός, θα χρειαστούν 20 χρόνια, δηλαδή ώς το 2036, ώστε η ανεργία να επιστρέψει στο 7,3% του Μαΐου 2008, πριν δηλαδή αρχίσει η οικονομική κρίση. Σύμφωνα με τον κ. Αργείτη, «η υπογραφή και η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου συνεπάγεται τη συνέχιση της πολιτικής της δημοσιονομικής λιτότητας, συνεπώς η προοπτική δημιουργίας βιώσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων και εξόδου από την κρίση είναι αρνητική».

Είναι ενδεικτικό ότι η επικαιροποιημένη έκθεση δείχνει πως κάτω από το όριο της φτώχειας ζει πλέον σχεδόν ένα στα δύο νοικοκυριά (48%) ενώ το 20,9% των νοικοκυριών αδυνατεί να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, ποσοστό που αυξάνεται στο 43,4% στην περίπτωση των ανέργων. Μάλιστα, και παρά την αύξηση της φτώχειας, οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας μειώνονται ποσοστιαία περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα-μέλος της Ε.Ε.-15.

Η έκθεση καταδεικνύει, επίσης, ότι η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων αποτελεί βασικό πυλώνα των προγραμμάτων λιτότητας, καθώς λειτουργεί ως θεσμικό εργαλείο υλοποίησης της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης. Το εύρος και η ένταση των αλλαγών που έχουν γίνει στις εργασιακές σχέσεις αναλύθηκαν εκτενώς στις Ετήσιες Εκθέσεις του ΙΝΕ/ ΓΣΕΕ των τελευταίων ετών. Από την ανάλυση των τελευταίων στοιχείων προκύπτει ότι το 2015 οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ) επικρατούν σχεδόν καθολικά, αντιπροσωπεύοντας το 94% του συνόλου των συλλογικών συμβάσεων. Σε σύνολο 282 ΣΣΕ, οι 263 είναι επιχειρησιακές, μόνο οι 12 είναι εθνικές, κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές, ενώ 7 είναι τοπικές ομοιοεπαγγελματικές. Παρατηρείται επίσης ότι ο αριθμός των προσλήψεων μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας, δηλαδή οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, αυξάνεται διαχρονικά με αντίστοιχη υποχώρηση των προσλήψεων πλήρους απασχόλησης.

Η ποσοστιαία τους αναλογία στο σύνολο των προσλήψεων μεταξύ 2009 και 2015 υπερδιπλασιάζεται. Το 2009 οι προσλήψεις με ευέλικτες μορφές εργασίας αντιστοιχούσαν στο 21% του συνόλου των προσλήψεων, ενώ το 2015 αντιστοιχούν στο 55%. Την περίοδο 2014-2015 οι νέες προσλήψεις με μερική απασχόληση είναι αυξημένες κατά 19,6% και με εκ περιτροπής εργασία κατά 45,6%. Τα ευρήματα αυτά μας οδηγούν στην εκτίμηση ότι οι ευέλικτες μορφές εργασίας είναι πλέον κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς εργασίας. Η ευελιξία της αγοράς εργασίας ενισχύεται και επιταχύνεται και από τη μετατροπή των ατομικών συμβάσεων εργασίας από συμβάσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης σε συμβάσεις μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας.

Αξιοσημείωτη είναι η κατανομή των μισθών που παρουσιάζει το ΙΝΕ. Αναλυτικά, προκύπτει ότι με βάση τους καθαρούς μισθούς των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, κάτω των 800 ευρώ λαμβάνει το 50% (14,5% μέχρι 499 ευρώ, 22% μεταξύ 500-699 ευρώ και 13,5% μεταξύ 700-800 ευρώ), μεταξύ 800-1.000 ευρώ το 18,6% και άνω των 1.000 ευρώ το 15,7% (9,8% μεταξύ 1.000-1.299 ευρώ και 5,9% άνω των 1.300 ευρώ).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ