ΒΙΒΛΙΟ

Καλλιτεχνική ευφυΐα υπό διωγμόν

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΤΖΟΥΛΙΑΝ ΜΠΑΡΝΣ
Ο αχός της εποχής
μτφρ.: Θωμάς Σκάσσης
εκδ. Μεταίχμιο 2016

Ο Τζούλιαν Μπαρνς  (1946, Βρετανία) γνωρίζει πολύ καλά να χρησιμοποιεί βιογραφικά στοιχεία προσωπικοτήτων, για να τα αποδώσει μυθιστορηματικά – άλλωστε ασχολήθηκε με το είδος και σε άλλο του έργο, στον «Παπαγάλο του Φλωμπέρ» (1984), όταν απέδωσε με καινοτόμο και έμμεσο τρόπο περιστατικά από τη ζωή του Γκυστάβ Φλωμπέρ, και να μιλήσει για θέματα όπως η υποκειμενική ματιά, η καταγραφή ενός ιστορικού γεγονότος και ο τρόπος μετάδοσής του, που μπορεί να αλλοιώσει την εικόνα της πραγματικότητας.

Στο πρόσφατο βιβλίο του, του οποίου ο τίτλος παραπέμπει στο έργο «Ο θόρυβος του χρόνου» του Ρώσου ποιητή Οσιπ Μάντελσταμ (1891-1938, πέθανε εξόριστος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης), αποδίδεται μυθιστορηματικά, σε τρία κεφάλαια, μια προσφιλή επιλογή του συγγραφέα, η ζωή του σπουδαίου Ρώσου συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς (1906-1975). Σημασία δίδεται στη βαρύτητα των γεγονότων τα οποία επηρεάζουν την τέχνη, ενώ η καλλιτεχνική ευφυΐα επιβιώνει αν και συνθλίβεται, πολλές φορές, κάτω από την πίεση της πολιτικής εξουσίας, τον καταναγκασμό, τη λογοκρισία και τον τρόμο που ασκεί το σταλινικό καθεστώς. Τίθενται εμμέσως ζητήματα, όπως με ποιον τρόπο αντιδρά ο καλλιτέχνης σ’ ένα καταπιεστικό πολιτικό σύστημα που στηρίζεται στην εξάπλωση του φόβου, στην ισοπέδωση των πάντων, με πρόσχημα την προσφορά υπηρεσίας στον λαό, τι συμβαίνει όταν αποδέχεται μια προκαθορισμένη πραγματικότητα που διασφαλίζει, μέσω της άσκησης βίας, τη μακροημέρευση ενός πολιτικού συστήματος. Θέματα, όπως η ηθική στάση του καλλιτέχνη απέναντι στο δίλημμα να υποταχθεί στην απόλυτη πολιτική εξουσία ή να την αποδοκιμάσει με τίμημα την εξορία και τον θάνατο του ιδίου και της οικογένειάς του, προκύπτουν από τη στάση που κράτησε ο Σοστακόβιτς απέναντι στον σταλινισμό και αργότερα, κατά την περίοδο της διακυβέρνησης από τον Ν. Χρουστσόφ, όταν του ζητούσαν να αναγνωρίσει ότι το Κόμμα είχε αλλάξει και να γίνει μέλος του.

Πρόκειται για δειλία όταν, υπό όρους, επιλέγει κανείς να ζήσει, όπως ο Σοστακόβιτς, κάτω από συνθήκες τρόμου, υποχωρώντας σε απαιτήσεις της παράλογης αρχής;

Ο συγγραφέας, στο καλύτερο μέχρι στιγμής έργο του, αποδίδει μια ολόκληρη εποχή που σημάδεψε πολλές χώρες, έκρινε τη ζωή απλών πολιτών και όχι μόνο, όρισε τις σχέσεις μεταξύ της Δύσης και της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, αλλά, εν προκειμένω, επηρέασε τα όρια και τις αντοχές του καλλιτέχνη.

Η τριτοπρόσωπη αφήγηση, με λόγο καίριο, χωρίς μελοδραματισμούς και κριτική αποτίμηση, αποστασιοποιημένη από ηρωοποιήσεις ή αφορισμούς, αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν, ενώ αποδίδονται με καθαρότητα και φυσικότητα οι συναισθηματικές και ηθικές μεταπτώσεις του συνθέτη, τα διλήμματά του και η αφοσίωσή του στην τέχνη του. Δεν κρίνεται, δεν καταδικάζεται για τη στάση του που δεν υπήρξε ηρωική απέναντι στο καθεστώς. Γίνεται απολύτως κατανοητή, καθώς αντιπαραβάλλεται με την ιδιοσυγκρασία του, αποσαφηνίζεται ότι δεν ήταν άνθρωπος που επεδίωξε να επωφεληθεί από τις καταστάσεις, δεν ήταν καιροσκόπος. Ο αφηγηματικός λόγος δεν παρακολουθεί τα γεγονότα με αυστηρή χρονική κατάταξη, αλλά ακολουθεί τα «βήματα» της μνήμης, που είναι άναρχη ενίοτε, προβάλλοντας όλη την ατμόσφαιρα της εποχής, ρίχνοντας φως σε πολιτικούς και καλλιτέχνες.

Το μυθιστόρημα ξεκινάει με απλές φράσεις, που ωστόσο μεταδίδουν το ρίγος το οποίο προκαλείται από τον φόβο μπροστά στην αυθαιρεσία και στον παραλογισμό της εξουσίας, φράσεις που επανέρχονται στην αρχή και των δύο επόμενων κεφαλαίων: « Ενα πράγμα ήξερε μόνο: Τούτη ήταν η χειρότερη εποχή...». Στο πρώτο κεφάλαιο, στη φράση προστίθεται η σκηνή, καθώς ο συνθέτης περιμένει τον «δήμιό» του, έξω από το διαμέρισμά του: «... τρεις ώρες τώρα στεκόταν δίπλα στο ασανσέρ. Κάπνιζε το πέμπτο τσιγάρο και ο νους του πηδούσε από το ένα στο άλλο...». Ποια ήταν η «αμαρτία» του Σοστακόβιτς; Ποιο λάθος διέπραξε για να τον προσέξει η εξουσία και μάλιστα ο ίδιος ο ηγέτης, ο Στάλιν; Αφορμή στάθηκε η επιτυχία που είχε η όπερά του «Η λαίδη Μακμπέθ του Μτσενσκ». Σε άρθρο, στην εφημερίδα «Πράβντα», καταδικάστηκε το έργο ως «βαβούρα» που δεν ήταν μουσική. Και ακολουθούν ο τρόμος, η ανασφάλεια, η ανάκριση από κάποιον που από θύτης, εντός ολίγων ημερών, μετατρέπεται σε θύμα, η συμπαράσταση από υψηλόβαθμο αξιωματικό του Κόκκινου Στρατού, ο οποίος εξαφανίζεται ως συνωμότης εναντίον του Στάλιν.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει και το σημείο στο οποίο περιγράφεται μια δύσκολη στιγμή του συνθέτη, όταν σε ομιλία του στο Πολιτιστικό και Επιστημονικό Συνέδριο για την Παγκόσμια Ειρήνη, που πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη, αναγκάστηκε να ισχυριστεί ότι το έργο του Ιγκόρ Στραβίνσκι, το οποίο θαύμαζε, είναι παράδειγμα διαστροφής. Και σε αυτήν την περίπτωση, ο συνθέτης νιώθει ενοχές, ηττημένος και ταπεινωμένος από τις τακτικές του ολοκληρωτικού πολιτικού συστήματος, καθώς καταλαβαίνει τι γίνεται και δεν πιστεύει στην «ουτοπία, στην τελειότητα της ανθρωπότητας και στους μηχανικούς της ανθρώπινης ψυχής...».

Ο Τζούλιαν Μπαρνς επέτυχε να αποδώσει με σαφήνεια τις αντιφάσεις μιας μουσικής ιδιοφυΐας, να παρουσιάσει έναν καλλιτέχνη που είχε βαθύτατη συνείδηση για ό,τι συνέβαινε, ειλικρινή, όμως, στις προθέσεις του και αφοσιωμένο στο έργο του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ