ΕΛΛΑΔΑ

Οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963

ΣΩΤΗΡΗΣ ΡΙΖΑΣ*

Ο αρχηγός της Ενωσης Κέντρου Γεώργιος Παπανδρέου φθάνει στη Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του κόμματός του ενόψει των εκλογών της 3ης Νοεμβρίου 1963.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Η παραίτηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή στις 11 Ιουνίου 1963 σήμαινε ταυτόχρονα την έναρξη της πορείας προς νέες εκλογές, αν και η θητεία της Βουλής έληγε το φθινόπωρο του 1965. Ο ίδιος ο αρχηγός της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενωσης (ΕΡΕ) απέβλεπε σε άμεση προσφυγή στις κάλπες με το πλειοψηφικό σύστημα που είχε προβλέψει ο εκλογικός νόμος του 1961 για τις μεθεπόμενες εκλογές. Κάτι τέτοιο όμως προσέκρουε στην επιθυμία των Ανακτόρων να αποτρέψουν επικράτηση του Καραμανλή στο σκληρό πολιτικό παιχνίδι που εξελισσόταν από το 1961. Ηταν επίσης εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσο το Κέντρο θα συμμετείχε σε εκλογές με πλειοψηφικό, με προφανείς συνέπειες σε περίπτωση αποχής για τη νομιμοποίηση του Στέμματος και γενικότερα του πολιτικού συστήματος. Ο βασιλέας Παύλος δεν αποδέχθηκε έτσι τη λύση που εισηγήθηκε ο Καραμανλής αποβλέποντας σε μια κυβέρνηση υπό την προεδρία στελέχους της ΕΡΕ με την υποστήριξη ενδεχομένως της Ενωσης Κέντρου ή μερίδας της. Κάτι τέτοιο δεν έγινε δυνατό, με δεδομένη την επιβολή του Καραμανλή στο μεγαλύτερο μέρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΕΡΕ και εξ αυτού του λόγου την ανάγκη απόσπασης μεγάλου αριθμού βουλευτών. Από την άλλη πλευρά, ο αρχηγός της ΕΡΕ κατανοούσε ότι ήταν μάλλον αδύνατο να εναντιωθεί ανοιχτά στο Στέμμα καθώς η παράταξή του από παράδοση είχε ως σημείο αναφοράς τον Θρόνο.

Η συμβιβαστική λύση και η κρίση στην Ε.Κ.

Ετσι διαμορφώθηκε μια συμβιβαστική λύση με την ανάθεση της πρωθυπουργίας στον διπλωμάτη Παναγιώτη Πιπινέλη, εμφορούμενο από μοναρχικές αντιλήψεις αλλά ταυτόχρονα συνεργάτη του Καραμανλή· είχε άλλωστε διατελέσει υπουργός Εμπορίου στην παραιτηθείσα κυβέρνηση. Ο Καραμανλής μετέβη προσωρινά στην Ελβετία. Το νέο σχήμα έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από την ΕΡΕ και ψήφο ανοχής, μεμονωμένα, από τον Σοφοκλή Βενιζέλο, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει οξεία εσωκομματική κρίση στην Ενωση Κέντρου. Το Στέμμα και η κεντρώα αντιπολίτευση απέβλεπαν σε καθυστέρηση της νέας εκλογικής αναμέτρησης και στην εισαγωγή μιας παραλλαγής της αναλογικής που είχε ισχύσει το 1961.

Στις τάξεις της Ενωσης Κέντρου δεν επικρατούσε ομοφωνία ως προς την πολιτική στρατηγική του κόμματος. Ο αρχηγός της Ενωσης Κέντρου Γεώργιος Παπανδρέου απέβλεπε σε ψήφιση αναλογικού συστήματος και εν συνεχεία στη διεξαγωγή εκλογών από υπηρεσιακή κυβέρνηση. Ο ισχυρός παράγων του κόμματος Σοφοκλής Βενιζέλος, αντίθετα, επεδίωκε τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης, πολιτικής και υπηρεσιακής ταυτόχρονα, η οποία θα παρέμενε στην εξουσία για αρκετούς μήνες με σκοπό, όπως υποστήριζε ο Βενιζέλος, την αποκομματικοποίηση του κράτους. Εκτός από αυτό, υπήρχε όμως και μια ανομολόγητη στόχευση, η εξασθένηση της ισχύος του Γεωργίου Παπανδρέου που φαινόταν να υπερισχύει οριστικά στον κεντρώο χώρο σε βάρος του Σοφοκλή Βενιζέλου, ο οποίος διατηρούσε και προνομιακές σχέσεις με τα Ανάκτορα και επεδίωκε απώτερα τον σχηματισμό μιας πολιτικής κίνησης μεταξύ της ΕΡΕ και της Ενωσης Κέντρου.

Η κυβέρνηση Πιπινέλη και η ΕΡΕ προσπάθησαν να αξιοποιήσουν το σχίσμα εντός της Ενωσης Κέντρου τροποποιώντας το εκλογικό σύστημα ώστε να ενισχύσουν τις πιθανότητες επιβίωσης ενός κόμματος υπό τον Σοφοκλή Βενιζέλο, ακόμα και αν αυτό περιοριζόταν στην κοιτίδα του βενιζελισμού, την Κρήτη. Ετσι, στη Β΄ κατανομή των εδρών θα μπορούσαν να συμμετάσχουν όχι μόνο κόμματα που θα είχαν εξασφαλίσει το 15% σε όλη την επικράτεια αλλά και αυτά που θα λάμβαναν το 10% σε επίπεδο εφετειακής περιφέρειας ή μία μόνο έδρα οπουδήποτε από την Α΄ κατανομή. Αυτό το είδος εκλογικής μηχανικής θα αποτύγχανε καθώς η δυναμική που είχε αναπτύξει ο ανένδοτος αγώνας απέκλειε τουλάχιστον στη φάση αυτή την επιτυχία οποιουδήποτε διασπαστικού εγχειρήματος. Η ρήξη μεταξύ Γεωργίου Παπανδρέου και Σοφοκλή Βενιζέλου διευθετήθηκε έστω επιφανειακά, καθώς γινόταν σαφές ότι ο Παπανδρέου υπερείχε στην Κοινοβουλευτική Ομάδα.

Η υπηρεσιακή «κυβέρνηση των δικαστών»

Πέραν του εκλογικού συστήματος υπήρχε το ζήτημα του ποια κυβέρνηση θα διεξήγε τις εκλογές. Η Ενωση Κέντρου υποστήριζε ότι η παραμονή στην εξουσία της κυβέρνησης Πιπινέλη σήμαινε τη συνέχιση της διακυβέρνησης από τη δεξιά και ενείχε το ενδεχόμενο επανάληψης των παρεμβάσεων του κρατικού μηχανισμού. Απαιτούσε τον διορισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης, αίτημα που απευθύνθηκε στον βασιλέα Παύλο με τον πιο σαφή τρόπο σε μεγάλη συγκέντρωση σε κεντρική πλατεία των Αθηνών στις αρχές Σεπτεμβρίου. Ο Παπανδρέου θα προχωρούσε ακόμα περισσότερο απειλώντας με αποχή από τις εκλογές σε περίπτωση που το αίτημα δεν γινόταν αποδεκτό. Στις 26 Σεπτεμβρίου ο Πιπινέλης θα υπέβαλλε τελικά την παραίτησή του και θα καλείτο να σχηματίσει υπηρεσιακή κυβέρνηση ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου Στυλιανός Μαυρομιχάλης. Ο αμερικανικός παράγων θεώρησε «σοφή» την απόφαση του βασιλιά ενόψει της πόλωσης και της απειλούμενης αποχής του Κέντρου από τις εκλογές. Η αποκληθείσα κυβέρνηση των δικαστών προχώρησε σε αλλαγές στη στελέχωση περιφερειακών υπηρεσιών και των δυνάμεων ασφαλείας. Πέραν του γεγονότος ότι προεξοφλείτο έτσι ότι ο κρατικός μηχανισμός θα παρέμενε εκτός της προεκλογικής κίνησης και ότι η εκλογική διαδικασία θα εξελισσόταν με αδιάβλητο τρόπο, η κυβέρνηση έδινε το σήμα ότι το Στέμμα τηρούσε αποστάσεις από τον Καραμανλή και την ΕΡΕ.

Πέραν αυτών οι εκλογές διεξάγονταν και σε ένα εντελώς διαφοροποιημένο πολιτικό πλαίσιο σε σχέση με τις προηγούμενες δύο μόλις χρόνια πριν. Διεθνώς, μετά την κρίση της Κούβας του 1962, είχε επικρατήσει η ύφεση μεταξύ των Υπερδυνάμεων. Από το 1950 και μετά, και όχι μόνο στην Ελλάδα, ο Ψυχρός Πόλεμος και η συνεχής ένταση ευνοούσαν κατά κανόνα συντηρητικά κόμματα που επωφελούνταν από την πόλωση μεταξύ δεξιάς και αριστεράς σε βάρος σχημάτων που κινούνταν στο κέντρο ή αριστερά του κέντρου. Η Ενωση Κέντρου επιβεβαίωνε τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Δυτικό κόσμο αλλά έδινε έμφαση, με τρόπο σαφέστερο από την ΕΡΕ που παρέμενε πιο επιφυλακτική, στην ανάγκη αξιοποίησης της ύφεσης και εξομάλυνσης των σχέσεων της Ελλάδας με το Ανατολικό μπλοκ.

Μη αναμενόμενο το αποτέλεσμα της κάλπης

Η χαλάρωση της διεθνούς έντασης έδινε τη δυνατότητα να τεθούν με έμφαση θέματα οικονομικής πολιτικής και αναδιανομής εισοδήματος ειδικότερα. Στην Ελλάδα είχε ακολουθηθεί με συνέπεια από το 1952 και μετά ένα πρόγραμμα νομισματικής σταθερότητας που απέβλεπε στην ανάπτυξη μέσω χαμηλών αμοιβών και αποταμιεύσεων που θα επέτρεπαν δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις. Επειτα από μια δεκαετία η χώρα φαινόταν να έχει εισέλθει σε αναπτυξιακή τροχιά, αλλά ταυτόχρονα είχαν συσσωρευθεί αιτήματα αύξησης εισοδημάτων από μισθωτούς των πόλεων και κάλυψης του χάσματος στο βιοτικό επίπεδο μεταξύ υπαίθρου και αστικών κέντρων.

Η ΕΡΕ επέμενε στη συνέχιση της πολιτικής της νομισματικής σταθερότητας με το επιχείρημα ότι η στροφή προς κοινωνικές παροχές θα δημιουργούσε πρόωρα ένα μάλλον ασθενικό κράτος πρόνοιας, το οποίο θα υπονόμευε περαιτέρω αναπτυξιακές προοπτικές. Η Ενωση Κέντρου, αντίθετα, υποστήριζε μια πολιτική αναδιανομής και για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και για να δημιουργήσει προϋποθέσεις περαιτέρω ανάπτυξης μέσω της ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης στην εσωτερική αγορά. Επρόκειτο για μια πολιτική νέου είδους, αφορούσε τη διαχείριση μιας στοιχειώδους έστω ευημερίας και όχι μόνο την αντιμετώπιση της φτώχειας την επαύριο του πολέμου.

Ταυτόχρονα, πολιτικό ζήτημα αποτελούσε το πλέγμα εκτάκτων μέτρων που αναιρούσαν ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες ως συνέπεια του εμφυλίου πολέμου. Αν και η διοικητική εκτόπιση δεν εφαρμοζόταν πλέον από το τέλος του 1962, όταν απολύθηκαν οι τελευταίοι εκτοπισμένοι στον Αγιο Ευστράτιο, απέμεναν χίλιοι καταδικασθέντες στις φυλακές, ενώ εφαρμόζονταν πρακτικές αστυνομικής φύσης που περιόριζαν τη δραστηριότητα της Αριστεράς και όχι μόνον. Η Ενωση Κέντρου ταυτιζόταν με την προσδοκία της άρσης των αποκλεισμών και, όπως διαπίστωνε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) Ηλίας Ηλιού, εδραίωνε την επιρροή της στο τμήμα του εκλογικού σώματος που κινείτο μεταξύ του κεντρώου χώρου και της αριστεράς αλλά και σε μια μερίδα ψηφοφόρων της τελευταίας που αισθάνονταν ιστορική κόπωση από την εφαρμογή των εκτάκτων μέτρων.

Αν και οι διαδικαστικοί και πολιτικοί όροι διεξαγωγής των εκλογών ήταν νέοι, σηματοδοτούσαν την είσοδο της χώρας σε μια νέα εποχή που χαρακτήριζαν οι προσδοκίες, οι ενδιαφερόμενοι παράγοντες δεν ανέμεναν μεγάλες αλλαγές.

Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών και η πρεσβεία στην Αθήνα εκτιμούσαν ότι ο Καραμανλής θα κέρδιζε τις εκλογές αν και δεν θεωρούσαν μια κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου ασύμβατη με τα αμερικανικά συμφέροντα υπό την αυτονόητη στον Ψυχρό Πόλεμο προϋπόθεση ότι αυτή δεν θα στηριζόταν σε ψήφους της κομμουνιστικής αριστεράς. Μόνο στελέχη του αμερικανικού προξενείου της Θεσσαλονίκης διέκριναν αλλαγή των διαθέσεων του εκλογικού σώματος στη Βόρεια Ελλάδα, η οποία ήταν προπύργιο της δεξιάς από το 1952 και μετά. Ο ίδιος ο Καραμανλής ήταν μάλλον βέβαιος ότι θα επικρατούσε και μάλιστα είχε αποκλείσει το ενδεχόμενο συνεργασίας με το μικρό κόμμα των Προοδευτικών του Σπύρου Μαρκεζίνη. Ετσι, όταν τα αποτελέσματα ανέδειξαν πρώτο κόμμα την Ενωση Κέντρου με 42% και σχετική πλειοψηφία 138 εδρών σε σύνολο 300, έναντι 39,4% της ΕΡΕ και 132 εδρών, 14,3% της ΕΔΑ και 28 εδρών και 3,7% των Προοδευτικών και 2 εδρών, η πολιτική τάξη και η κοινή γνώμη κατελήφθησαν μάλλον εξαπίνης.

Με αυτό το αποτέλεσμα τερματιζόταν η μακρά, ενδεκαετής, κυριαρχία της συντηρητικής παράταξης και το κοινοβουλευτικό σύστημα αντιμετώπιζε την πλέον σοβαρή δοκιμασία μιας δημοκρατίας, αυτήν της εναλλαγής κομμάτων στην εξουσία.

*Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ