ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Προς μια βελτίωση του νομισματικού συστήματος της Ε.Ε.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Β. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο​​λο και περισσότεροι οικονομολόγοι και αναλυτές πιστεύουν πως η οικονομική πολιτική που ακολουθούν ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες θα υπονομεύσει τους κανόνες της νομισματικής ένωσης, προκαλώντας τελικά είτε την κατάλυση κάθε συνοχής στην Ευρώπη είτε μια παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας.

Δεν επικρατεί, όμως, συμφωνία ως προς το πώς μπορεί να βελτιωθεί η αρχιτεκτονική της ΟΝΕ. Το αποτέλεσμα είναι να γίνεται μια συζήτηση για το πώς μπορούν να αναμορφωθούν οι θεσμοί της Ευρωζώνης, το σχέδιο που συχνά ακούμε να αναφέρεται ως «Σχέδιο Α» ή το «Σχέδιο Β» (καμία σχέση με το σχέδιο Β του κ. Βαρουφάκη), που επικεντρώνεται στην εφαρμογή εσωτερικών πολιτικών που δεν αντιβαίνουν τις υφιστάμενες συμφωνίες της Ευρωζώνης. Στο άρθρο μου αυτό θα εστιάσω μόνον σε μια συγκεκριμένη πολιτική που αποτελεί τμήμα του Σχεδίου Α και αφορά ορισμένες απλές μεταβολές στη λειτουργία του συστήματος Target 2 (διατραπεζικό σύστημα διασυνοριακών πληρωμών σε πραγματικό χρόνο σε όλη την Ε.Ε.) της ΕΚΤ. Οι μεταβολές αυτές θα συνεισφέρουν σε μια πιο βιώσιμη νομισματική αρχιτεκτονική.

Ο σχεδιαζόμενος μετασχηματισμός του συστήματος Target 2, όπως παρουσιάζεται εδώ, στοχεύει σε μια μείωση των ανισορροπιών που χαρακτηρίζουν το ισοζύγιο πληρωμών της Ευρωζώνης. Στόχος της πρότασής μου είναι να ανατρέψει τη συλλογιστική της πολιτικής λιτότητας ώστε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του εξωτερικού χρέους που οφείλεται στο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών: αντί να δίνει έμφαση στην ανάγκη να μειώσουν τις εισαγωγές τους οι υπερχρεωμένες χώρες, κάτι που συνεπάγεται και τη συρρίκνωση του εμπορίου μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών και μια μερκαντιλιστική στάση της Ευρωζώνης έναντι του υπόλοιπου κόσμου, στοχεύει να επιτύχει αναπτυξιακά αποτελέσματα ενθαρρύνοντας τις χώρες με πλεονάσματα να αυξήσουν τις δικές τους εισαγωγές.

Στην ιδέα ότι «δεν πρέπει να επιτραπεί στις πιστώτριες χώρες να παραμείνουν αδρανείς» βασιζόταν η πρόταση του Κέινς για αναμόρφωση του διεθνούς νομισματικού συστήματος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κατά την άποψή του, μια χώρα με πλεονάσματα πρέπει να αναγκάζεται να διαθέσει πιστώσεις για να διευκολύνει την αποπληρωμή των χρεών χωρών με ελλείμματα και για να ανακόψει τις αποπληθωριστικές πιέσεις στο διεθνές εμπόριο, καθώς αυτές αποβαίνουν τελικά επιζήμιες και για τις πιστώτριες χώρες. Προκειμένου για την εφαρμογή αυτής της αρχής συμμετρικής προσαρμογής, το σχέδιο του Κέινς πρότεινε τη θέσπιση μιας Διεθνούς Ενωσης Εκκαθάρισης που θα τελούσε καθήκοντα τράπεζας διακανονισμών για όλες τις πληρωμές του διεθνούς εμπορίου. Η τράπεζα αυτή θα χρηματοδοτούσε τις παραδοσιακές ανισορροπίες, πιστώνοντας τον λογαριασμό της χώρας που εξάγει και χρεώνοντας τον λογαριασμό της χώρας που εισάγει.

Σε αντίθεση, όμως, με μια συνήθη τράπεζα, η Ενωση Εκκαθάρισης θα χρέωνε μια προμήθεια όχι μόνον στις δανειολήπτριες χώρες αλλά και στις πιστώτριες χώρες, καθώς θα επωφελούντο από τις υπηρεσίες της τόσο οι μεν όσο και οι δε: οι χώρες με ελλείμματα θα είχαν προσωρινά τη δυνατότητα να αγοράζουν περισσότερα από όσα θα μπορούσαν υπό άλλες συνθήκες, ενώ οι χώρες με πλεονάσματα θα είχαν τη δυνατότητα να πωλούν περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να πωλούν υπό άλλες συνθήκες. Επιπλέον οι συμμετρικές χρεώσεις θα λειτουργούσαν ως κίνητρο για όλες τις χώρες που θα πιέζονταν να συγκλίνουν προς ένα ισοσκελισμένο εμπορικό ισοζύγιο.

Οπως είναι γνωστό, η πρόταση του Κέινς δεν υιοθετήθηκε στη διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς το 1944, στην οποία αποφασίστηκε η μεταπολεμική παγκόσμια οικονομική τάξη πραγμάτων. Μερικά χρόνια αργότερα, όμως, χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο για τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης Πληρωμών (EPU) που από το 1950 ώς το 1958 μεσολάβησε στο 75% των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ χωρών-μελών, συνεισφέροντας σημαντικά στα «οικονομικά θαύματα» της εποχής, όπως της Ιταλίας και της Γερμανίας, αλλά και στην έναρξη της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Εχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πως το σχέδιο του Κέινς ρητώς απέκλεισε τα μέτρα λιτότητας ως μέσον για την αποκατάσταση των ισορροπιών: «τα μέτρα που μπορούν να ζητηθούν από μια χώρα για να βελτιώσει τη θέση της, αν παρουσιάζει ουσιαστικό χρέος, δεν περιλαμβάνουν μια αποπληθωριστική πολιτική που θα επιβληθεί είτε με αύξηση του κόστους του χρήματος ή με ανάλογα μέτρα που θα οδηγούσαν σε ανεργία, γιατί κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με την επιστροφή των δεινών του παλαιού κανόνα του χρυσού χωρίς επαρκείς ασφαλιστικές δικλίδες».

Οι αρχές που διέπουν το σχέδιο του Κέινς σαφώς θα μπορούσαν να παρέχουν εναλλακτική προσέγγιση στις ανισορροπίες που χαρακτηρίζουν το ισοζύγιο πληρωμών εντός της Ευρωζώνης. Στην πράξη η εφαρμογή τους θα μπορούσε να βασισθεί σε ένα σύστημα εκκαθάρισης συναλλαγών, το Target 2, που υφίσταται ήδη και το διαχειρίζεται η ΕΚΤ για την εκκαθάριση χρηματοπιστωτικών συναλλαγών στο εσωτερικό της Ευρωζώνης. Από τη στιγμή που εκδηλώθηκε η σημερινή κρίση, το Target 2 έχει διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο χρηματοδοτώντας τις ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών εντός Ευρωζώνης, δημιουργώντας ένα είδος ενεργητικού αποθεματικού ανάλογου του Bancor που πρότεινε ο Κέινς. Σε αντίθεση, όμως, με την Ενωση Πληρωμών, χρησιμοποιείται μόνον για να χρηματοδοτεί εμπορικά ελλείμματα αλλά και προπαντός εκροές κεφαλαίων. Επιπλέον δεν απορροφά ανισορροπίες δεδομένου ότι δεν επιβάλλει συμμετρικές χρεώσεις σε χώρες με πλεονάσματα και ελλείμματα. Στην πραγματικότητα μόνον τα αρνητικά ισοζύγια χρεώνονται με την καταβολή τόκων στην ΕΚΤ που στη συνέχεια τους μεταβιβάζει στις εθνικές κεντρικές τράπεζες.

Ωστόσο μια πλήρης μετατροπή του Target 2 σε μια Ευρωπαϊκή Ενωση Πληρωμών βασισμένη στο σχέδιο του Κέινς θα συνεπαγόταν μεγάλες αλλαγές που μάλλον δεν θα ήταν πολιτικά βιώσιμες, όπως η επιβολή ελέγχων στις κινήσεις κεφαλαίων και η επαναφορά των εθνικών νομισμάτων. Μια ηπιότερη αλλά και πιο ρεαλιστική πρόταση θα ήταν απλώς να επιβληθούν συμμετρικές και αυξανόμενες χρεώσεις στα αρνητικά και θετικά ισοζύγια του Target 2. Κάτι ανάλογο θα επέβαλε στις χώρες με πλεονάσματα, όπως η Γερμανία του πλεονάσματος άνω των 600 δισ. ευρώ στον αντίποδα της Ελλάδας του ελλείμματος άνω των 105 δισ. ευρώ, να συνδράμουν στην αποκατάσταση των ισορροπιών στο ισοζύγιο πληρωμών υιοθετώντας επεκτατικές πολιτικές (όπως οι φοροαπαλλαγές ή οι αυξήσεις μισθών), ώστε να αυξήσουν τις εισαγωγές τους.

Επιπλέον τα έσοδα από τις χρεώσεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση επενδύσεων ενδεχομένως μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Η δυνατότητα να προωθηθούν τέτοιες μεταβολές πρέπει να ενταχθεί πλήρως στην υφιστάμενη δομή της ΕΚΤ χωρίς να αποτελεί είδος μεταφοράς κονδυλίων μεταξύ των χωρών-μελών και χωρίς να αντιβαίνει άλλους κανονισμούς της Ε.Ε. Με έναν ανάλογο μηχανισμό προσαρμογής θα μπορούσαν να μειωθούν οι χρηματοπιστωτικές ανισορροπίες που εντείνουν την αστάθεια και την κερδοσκοπία και θα μπορούσε να αυξηθεί αποφασιστικά η κυκλοφορία του χρήματος στην πραγματική οικονομία. Ενα ισορροπημένο εμπόριο θα λειτουργούσε τότε ως συγκολλητική δύναμη για την ενοποίηση της Ευρώπης. Η προτεινόμενη αλλαγή δεν προϋποθέτει μια ριζική αλλαγή στην αρχιτεκτονική της νομισματικής ένωσης, αλλά μπορεί να την προετοιμάσει.

Ακόμη κι αν δεν αποτελούσε τον ιδανικό στόχο μιας Ευρωπαϊκής Ενωσης Πληρωμών, η εισαγωγή μιας αρχής της συμμετρίας μεταξύ πιστωτών και δανειοληπτών εντός της Ευρωζώνης προσφέρει τον συμβιβασμό μιας πραγματιστικής λύσης, σύμφωνης με τις υφιστάμενες συνθήκες της Ε.Ε. Μπορεί κανείς να προβλέψει ότι οι ευεργετικές πλευρές μιας τέτοιας λύσης θα υπερισχύσουν των δυσκολιών στην εφαρμογή και θα αποτελέσουν σημαντικό προηγούμενο για την αναθεώρηση των συνθηκών αλλά και για μια πιο ριζική αναμόρφωση της ευρωπαϊκής νομισματικής αρχιτεκτονικής.

* Ο κ. Δημήτρης Παπαδημητρίου είναι πρόεδρος του Levy Economics Institute και καθηγητής Οικονομικών στο Bard College της Νέας Υόρκης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ