ΚΟΣΜΟΣ

Αχτίδα φωτός στο σκοτεινό Ντιτρόιτ

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Το μνημείο για τον πυγμάχο Τζο Λούις του γλύπτη Ρόμπερτ Γκρέιαμ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Περπατούσα με μεγάλη προσοχή πάνω σε ένα «στρώμα» από σκουπίδια κάθε λογής. Mπάζα, σπασμένα γυαλιά, κονσέρβες και σύριγγες έτριζαν κάτω από τα παπούτσια μου. Ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου κρέμονταν σωλήνες και δοκάρια. Οι τοίχοι είχαν χάσει το χρώμα τους κι έμοιαζαν με γδαρμένο τομάρι ζώου. Oι πόρτες και τα παράθυρα έχασκαν. Κάποια στιγμή σχεδόν έχασα την αίσθηση του χρόνου και του τόπου, από την ένταση της εικόνας γύρω μου. Αναρωτήθηκα πού βρίσκομαι.

Το δημόσιο σχολείο Hutchins, στη γειτονιά Virginia Park, χτίστηκε το 1922 όταν το Ντιτρόιτ είχε κερδίσει το προσωνύμιο «Παρίσι της Αμερικής». Εγκαταλείφθηκε εντελώς το 2009, όταν αποκαλούσαν την πόλη «Το ρέκβιεμ του αμερικανικού ονείρου». Το 2016 είναι ένα από τα περίπου 150.000 άδεια κτίρια - ερειπιώνες που στοιχειώνουν την άλλοτε κραταιά μητρόπολη. Το να τα γκρεμίσουν είναι πολύ δαπανηρό, αλλά και η ανακαίνισή τους είναι αδύνατη. Οι τράπεζες δεν δίνουν δάνεια, μιας και δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα ότι αν κάποιος αποκαταστήσει ένα σπίτι ή δημόσιο οίκημα, θα έχει μεγαλύτερη αξία από αυτήν που είχε ως χάλασμα, σε ένα μέρος όπου δεν υπάρχουν πολλοί επενδυτές, άρα και σχέδια εμπορικής ανάπτυξης. Κάπως έτσι, το Ντιτρόιτ έχει αποκτήσει επαξίως έναν άλλο τίτλο: είναι «η σύγχρονη Πομπηία του Μοντερνισμού».

Αδεια κελύφη, όπου φωλιάζει το νεκρό πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής.

Τι μου θυμίζει...

Ας μην το ξεχνάμε: Το καύχημα του Μίσιγκαν υπερηφανευόταν για πολλές πρωτιές. Εδώ δημιουργήθηκαν οι μεγάλες λεωφόροι, στρωμένες με άσφαλτο, κυκλοφόρησαν πολλά αυτοκίνητα από τις Big Three (Ford, General Motors και Chrysler), άνθησαν βιομηχανίες, έγιναν εκπληκτικά αρχιτεκτονήματα αρ ντεκό, βρήκαν πρακτική εφαρμογή οι πιο χρήσιμες επινοήσεις του ανθρώπινου νου. Το 1960 ήταν η πόλη με το μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα στις ΗΠΑ. Ομως η ένταση μεταξύ μαύρων και λευκών προκάλεσε μαζικές φυγές των τελευταίων το 1943 και το 1967 προς τα προάστια. Τα εργατικά συνδικάτα ήταν παντοδύναμα και οι απαιτήσεις τους δεν συμπορεύτηκαν με τις νέες τάσεις της οικονομίας, οδηγώντας τις μεγάλες εταιρείες να αλλάξουν έδρα. Το κόστος των δημοσίων υπηρεσιών ήταν πολύ υψηλό και το κόστος δανεισμού για τη συντήρησή τους επίσης (σας θυμίζει τίποτα;).

Μέσα σε μερικές δεκαετίες, ο πληθυσμός συρρικνώθηκε από τα δύο εκατομμύρια στις 700.000, εκ των οποίων 82% είναι Αφροαμερικανοί. Η φορολογική βάση κατέρρευσε, μιας και οι μισοί ιδιοκτήτες περιουσιακών στοιχείων σταμάτησαν να πληρώνουν στην εφορία. Η ανεργία θέριεψε με την υποχώρηση της αυτοκινητοβιομηχανίας. Σχολεία και νοσοκομεία έκλεισαν, συμπαρασύροντας περίθαλψη και εκπαίδευση. Η εγκληματικότητα χτύπησε «κόκκινο», με τεράστιο ποσοστό ανθρωποκτονιών. Η αστυνομία αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες προστασίας του πληθυσμού. Η εκτεταμένη διαφθορά και η κακή ηγεσία διέλυσαν ό,τι απέμεινε. Το 2013 η πόλη προχώρησε στη μεγαλύτερη χρεοκοπία σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης που έχει γίνει ποτέ στην Αμερική. Και έκτοτε προσπαθεί να σταθεί ξανά στα πόδια της.

Σήμερα, κανένα από τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει το Ντιτρόιτ δεν μπορεί να περιοριστεί στα σύνορά του. Αντιθέτως, όλες οι προκλήσεις του αντανακλούν τα πιο μεγάλα ζητήματα της παγκοσμιοποιημένης εποχής μας. Συνεπώς οι απαντήσεις που θα προκύψουν θα μπορούσαν να είναι ευεργετικές σε οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό επίπεδο, σε πολλά μέρη του κόσμου. Το Ντιτρόιτ –όπως και η Αθήνα– βρίσκεται στη σκοτεινή πλευρά της παγκόσμιας πρωτοπορίας.

Αυτός ήταν ίσως και ο λόγος που το New Museum της Νέας Υόρκης αποφάσισε να κάνει ένα ενδιαφέρον πείραμα, στο οποίο έλαβα μέρος, το Ideas City Detroit. Συγκέντρωσε την τελευταία εβδομάδα του Απριλίου, στο Motorcity, 40 καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, πολεοδόμους και ντιζάινερ με ένα στόχο: να πάρουν διδάγματα από το Ντιτρόιτ μέσα από την εντατική συνύπαρξη με τους ντόπιους, αλλά και να παράσχουν τη δική τους «τεχνογνωσία», ο καθένας από τον τομέα και τη χώρα του. Κοντολογίς το εγχείρημα βασίστηκε στην άποψη πως η γνώση κυκλοφορεί όπως στα συγκοινωνούντα δοχεία, που το ένα μπορεί να γεμίσει το άλλο. Και κάτι ακόμη: για να ξαναγεννηθεί μια πόλη, δεν χρειάζεται μόνο ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, αλλά και μια νέα θετική εικόνα, δηλαδή τη συστράτευση των δημιουργικών της δυνάμεων. Οπως, λοιπόν, η επικείμενη Ντοκουμέντα που θα γίνει το 2017 έχει τίτλο «Μαθαίνοντας από την Αθήνα» στο Κάσελ και στην ελληνική πρωτεύουσα, έτσι και στην περίπτωση του Motorcity, μια μητρόπολη γίνεται ένα ταχύρρυθμο φροντιστήριο εφαρμοσμένων λύσεων.

Η μεγαλύτερη δυσκολία όλων όσοι συμμετείχαμε ήταν να προσπαθήσουμε να ξεπεράσουμε το στερεότυπο του Ruin Porn, δηλαδή της πόλης την οποία όλοι επισκέπτονται για να φωτογραφίσουν και να επισκεφθούν τα άδεια κτίριά της που έχουν μια σπαρακτική ομορφιά. Ομως, μέσα στα ερείπια δημιουργείται μια μικρή ελπίδα που σιγοφέγγει, χωρίς να είναι κανείς σίγουρος ότι η απόπειρα θα τελεσφορήσει. Αλλωστε, αντίστοιχες προσπάθειες δεν έχουν πιάσει τόπο στο παρελθόν και υπάρχει ως αδιάψευστος μάρτυρας το σύμπλεγμα από ουρανοξύστες που λέγεται Rainessance Centre στο κέντρο. Ανεγέρθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’70, για να δώσει σάρκα και οστά σε μια αναγέννηση που τελικά δεν ήρθε ποτέ.

Μισοτιμής

Η αλήθεια είναι ότι σε σύγκριση με προηγούμενη επίσκεψή μου, το 2010, υπήρχαν κάποιες αισιόδοξες αλλαγές. Ενα μεγάλο τμήμα της πόλης, που το βράδυ βρισκόταν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι με σπασμένες λάμπες παντού, έχει φωταγωγηθεί ξανά. Μερικές εταιρείες, όπως η Shinola του Ελληνοαμερικανού Τομ Καρτσότης, έχουν προσφέρει θέσεις εργασίας και μια νότα επιχειρηματικής αισιοδοξίας. Κάποιοι λευκοί κάτοικοι έχουν αρχίσει να επιστρέφουν από τα πλούσια προάστια, με το πείσμα να ξαναφτιάξουν την πόλη όπου γεννήθηκαν. Η χρεοκοπία έχει σταθεροποιήσει το οικονομικό κλίμα και συνέβαλε στην πολιτική συνοχή καθώς στηρίχθηκε σε μια απόφαση που όλοι σεβάστηκαν. Εγινε κοινός τόπος ότι όταν κάτι γκρεμιστεί πρέπει να ξαναχτιστεί με συναίνεση και όχι με καβγάδες (ξανά, σας θυμίζει κάτι;).

Ποια είναι η σημερινή πρώτη εικόνα του Ντιτρόιτ; Σπίτια με κομμένο γκαζόν και λουλούδια (δηλαδή με ενοίκους) στέκουν μόνα τους σε οικοδομικά τετράγωνα όπου κυριαρχούν δεκάδες ερείπια. Ορισμένες γειτονιές του κέντρου έχουν αρχίσει να έχουν εμπορική κίνηση και σχετική ασφάλεια, αν και είναι ένα πολύ μικρό κομμάτι μιας τεράστιας πόλης, η οποία σε γεωγραφικό μέγεθος αντιστοιχεί στη Βοστώνη, το Σαν Φρανσίσκο και το Μανχάταν μαζί. Σίγουρα πρόκειται για μια μικρή φλοίδα, μια μικρή εστία αστικής ανάπλασης, αλλά μπορεί να απλωθεί στο μέλλον.

Από την άλλη, οι βασικές παθογένειες δεν έχουν υποχωρήσει. Η σπίθα εχθρότητας ανάμεσα στους λευκούς και τους μαύρους παραμένει ζωντανή. Δεν ήταν τυχαίο ότι το 1967, όταν η πόλη θρήνησε 43 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες, η ένταση είχε συσσωρευτεί ανάμεσα στους (κατά κύριο λόγο) λευκούς αστυνομικούς και τους (κατά κύριο λόγο) μαύρους εργάτες. Δυστυχώς, ο πληθυσμός των Αφροαμερικανών, που έχει υποστεί τεράστιες διακρίσεις στο παρελθόν, δεν είχε ποτέ την ηγεσία που του άξιζε, με αποτέλεσμα να χάσει μια τεράστια ευκαιρία να χαράξει το δικό του μοντέλο μιας επιτυχημένης μαύρης μητρόπολης. Τώρα, πλούσιοι λευκοί από τη Νέα Υόρκη αγοράζουν σε μισή τιμή τα εγκαταλελειμμένα κτίρια και σε λίγο θα έχουν την οικονομική τύχη της πόλης στα χέρια τους. (Μήπως και αυτό σας θυμίζει κάτι;)

Συγκατοικώντας με 40 αγνώστους

Πώς ήταν η εμπειρία της κυριολεκτικής συγκατοίκησης για μια ολόκληρη εβδομάδα με 40 αγνώστους με τους οποίους θα έπρεπε να υπάρξει στενή συνεργασία; Αρχικά, μια εποικοδομητική μικρή Βαβέλ, η οποία στο τέλος έγινε ένα αυτοσχέδιο δίκτυο ανθρώπων με στόχο να βοηθήσουμε την πόλη. Λετονοί, Ιταλοί, Ασιάτες, Τούρκοι, Ελληνες, Ισπανοί, Νοτιοαμερικανοί, Μεξικανοί γίναμε ένα γρανάζι ιδεών για να ξαναμπεί μπροστά η μηχανή του Ντιτρόιτ, ο καθένας με τη δική του μικρή εμπειρία, γνώση και συνεισφορά.

Οι συνθήκες άλλωστε ήταν μελετημένες έτσι ώστε να έχουμε απτά αποτελέσματα: Μέναμε όλοι μαζί (και οι ντόπιοι συμμετέχοντες) σε μια πτέρυγα ενός εγκαταλελειμμένου τεράστιου νοσοκομείου, σε μια από τις πιο επικίνδυνες γειτονιές της πόλης, φρουρούμενοι από security. Ο καθένας μας είχε μια (ντιζαϊνάτη ομολογουμένως) σκηνή μέσα στην οποία βάζαμε τον υπνόσακό μας. Τρώγαμε και εργαζόμασταν παρέα. Κάναμε πολλές ξεναγήσεις σε διάφορα σημεία του αστικού ιστού πάντα με τη συνοδεία των Detroiters που μας εξηγούσαν τα πάντα. Είδαμε από urban farms μέχρι νέες επιχειρήσεις, ακούσαμε πολύ ενδιαφέρουσες διαλέξεις για τις προσπάθειες ανασυγκρότησης της πόλης. Το πιο σπουδαίο είναι ότι όλοι οι άνθρωποι που μας μίλησαν εκπροσωπούσαν ένα διαφορετικό αφήγημα, μακριά από τη μονολιθική εικόνα που είχαμε όσοι δεν γνωρίσαμε σε βάθος το Ντιτρόιτ.

Αυτή η γρήγορη, υπερεντατική εκπαίδευση καθώς και η διαμονή σε έναν μικρό ερειπιώνα και όχι σε ξενοδοχείο, μας έβαλε αμέσως στο πετσί της κατάστασης χωρίς χρονοτριβές ή αυταπάτες. Ετσι υπήρχε το άμεσο κέρδος της στενής συνεργασίας. Αφού χωριστήκαμε σε ολιγομελείς ομάδες, ετοιμάσαμε προτάσεις τις οποίες έπρεπε να τις παρουσιάσουμε στους κατοίκους, την τελευταία ημέρα του Ideas City, σε μια ανοικτή εκδήλωση στο κοινό.

Την τελευταία εβδομάδα του Σεπτεμβρίου, το ίδιο πείραμα του New Museum θα γίνει και στην Αθήνα, με διαφορετικούς συμμετέχοντες. Το Ideas City Athens θα πραγματοποιηθεί στα υπόγεια του Ωδείου Αθηνών, σε συνεργασία με τον Οργανισμό ΝΕΟΝ του Δημήτρη Δασκαλόπουλου. Θα ακολουθήσει ένα ακόμα εργαστήριο ιδεών στην Αρλ της Γαλλίας την επόμενη άνοιξη, ενώ το φθινόπωρο του 2017 θα γίνει μια αποτίμηση της πρωτοβουλίας στη Νέα Υόρκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ