ΒΙΒΛΙΟ

«Φτου ξελευτερία» από την οθόνη

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΣΚΑΛΙΔΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

MICHELE SERRA
ΟΙ ΑΡΑΧΤΟΙ
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Εκδ. Ικαρος

Σου μιλάει σε όλη την αφήγηση. Με χιούμορ, με σπαραγμό, με ένταση. Μήπως και σε ξυπνήσει. Μήπως και σε κάνει να πετάξεις το έξυπνό σου τηλέφωνο από το χέρι και ζήσεις τη ζωή σου. Μήπως και αφήσεις την οθόνη του υπολογιστή σου να τρεμοσβήσει μόνη της και να βυθιστεί, επιτέλους, στο σκοτάδι που της αναλογεί.

Ο Michele Serra, γνωστός δημοσιογράφος στην Ιταλία, με τη σατιρική του διάθεση να καυτηριάζει βαθιά την καθημερινότητά μας, βρίσκει τον τρόπο να σε γρονθοκοπήσει στο στομάχι, μήπως και παραδεχτείς τη διαρκή απουσία της ζωής που βιώνεις σε αυτήν την κοινωνία της κόπωσης, της διαρκούς διαφάνειας, που τίποτα δεν μένει κρυμμένο και τίποτα ουσιαστικό, τελικά, δεν αποκαλύπτεται.

Σε αυτή την κοινωνία που η οικειότητα γίνεται χάιδεμα πλήκτρων, που οι ρυθμοί όλων επιταχύνονται προς ένα χαοτικό άγνωστο μετά, που η πληροφορία τα καταλαμβάνει όλα και σπεύδει με ραγδαία ετοιμότητα να καλύψει κάθε κενό. Αυτό το κενό που απεχθάνεται η φύση.

Ο Μικέλε Σέρα, λοιπόν, παίρνει το σαρκαστικό του ύφος και επευλαύνει. Γράφει μια νουβέλα «Οι αραχτοί» (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Ικαρος) απευθυνόμενος σε έναν απόντα, έναν διαρκώς απόντα. Στον γιο του, στον εαυτόν του, στην ίδια τη ζωή που κυλάει μέσα από τα δάχτυλά μας. Νομίζεις ότι μιλάει σε έναν πεθαμένο. Κατά μία έννοια, ναι. Απευθύνεται στην τρωτότητα και στη θνητότητά μας, στο αέναο εφήμερο που δεν κατορθώνουμε κιόλας να αδράξουμε.

Το χλιαρό εξώφυλλο αδικεί το βιβλίο, αν και ο Ικαρος έχει καταφέρει μέσα σε σύντομο σχετικά διάστημα να φτιάξει με ωραίες επιλογές μια ταυτότητα αναφοράς με τίτλους ξένης λογοτεχνίας. Ο Μικέλε Σέρα όμως είναι καταιγιστικός, ευρηματικός, καταφέρνει να φέρει στο κέντρο τον άνθρωπο, όσο κι αν η τεχνολογία τον εξοβελίζει σε μια κεντρόφυγο άγνωστη δύναμη. Μιλώντας στη γενιά που ακολουθεί τη δική του, ξεμπροστιάζει τους πάντες.

Κυρίως τον φόβο των γηρατειών σε αυτήν την κοινωνία που αποθεώνει την αιώνια νεότητα, αλλά δεν ξέρει να βιώσει την απώλεια, νιώθει αμηχανία μπροστά στο κάθε τέλος, ενώ παροτρύνεται να μη σταματάει να προχωράει μπροστά, καταναλώνοντας εντέλει τον ίδιο της τον εαυτό.

«Σκέφτομαι πόσο εύκολο ήταν να σε αγαπήσω όταν ήσουν μικρός. Πόσο δύσκολο είναι να συνεχίσω, αν το κάνω τώρα που είμαστε ίσοι και όμοιοι στο ύψος, η φωνή σου μοιάζει με τη δική μου κι επομένως διεκδικεί τους ίδιους τόνους, την ίδια ένταση, ο όγκος του κορμιού μας είναι ο ίδιος».

Ο συγγραφέας δεν φοβάται την ειλικρίνεια. Αυτό είναι η δύναμή του. Ακροβατεί με τον κυνισμό σαν κοντάρι στο χέρι, αλλά δεν πέφτει από το σχοινί.

Μένει όρθιος διασώζοντας την τρυφερότητα, τη βαθιά αγάπη, την ομορφιά, όλα εκείνα που μας συνδέουν από μέσα, όλα εκείνα που μας κρατούν σε εγρήγορση, ακόμη κι όταν φαινόμαστε αραχτοί πίσω από φωτεινές οθόνες που σκοτεινιάζουν την ψυχή μας σε μια μετα-εποχή που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, να ορίσουμε να οσμιστούμε. «Δεν μπορώ να πιστέψω πια στην εξουσία, έτσι όπως διαμορφώθηκε πριν από εσένα κι εμένα. Επομένως δεν μπορώ, εξαπατώντας τον ίδιο μου τον εαυτό, να εξαπατήσω κι εσένα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ