ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΞΙΝΟΣ*

Ο Δικαστής, ως εγγυητής της τιμής και αξιοπρέπειας του πολίτη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στην ελληνική αρχαιότητα, πριν από τον 5ο αιώνα, π.χ. η παραδοσιακή απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο η Δικαιοσύνη στηριζόταν στον νόμο κάθε πόλης ή είχε θεμέλια στη φύση, ήταν ότι η Δικαιοσύνη είχε θεϊκή προέλευση. Ετσι, στις Ευμενίδες της αισχυλικής Ορέστειας, η ίδρυση του Αρείου Πάγου εμφανίζεται ως έργο της Αθηνάς, Θεάς της σοφίας, η οποία και προήδρευσε στη δίκη κατά του Ορέστη.

Κατά τον 5ο αιώνα, ο Πρωταγόρας διατύπωσε πρώτος τη θέση ότι οι ηθικές αξίες και κανόνες έχουν θεμελίωση σε πολιτικές αποφάσεις των ανθρώπων και όχι στη θέληση του Θεού.

Η εξέλιξη της νομικής σκέψης συνεχίζεται και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, οι εκφραστές της ελεύθερης σχολής του Δικαίου ζήτησαν μεγαλύτερο χώρο ελευθερίας για τον Δικαστή, ως Δημιουργό νέου Δικαίου, με αντίστοιχη χαλάρωση της αυστηρής ευνοιοκρατίας.

Ετσι ο Δικαστής είναι ο εγγυητής της εφαρμογής των νέων κανόνων δικαίου, η εγγύηση ότι ο πολίτης δεν θα γίνεται έρμαιο της αυθαιρεσίας μιας εξουσίας, διότι η ίδια η νομοθετούσα βούληση, δεσμεύουσα, οφείλει να αυτοδεσμεύεται.

Εχει λεχθεί ότι τίποτε στον κόσμο δεν είναι δυσκολότερο από την απονομή της Δικαιοσύνης, την οποία καλείται να απονείμει ο Δικαστής, διαχειριζόμενος τα πολυτιμότερα αγαθά του πολίτη. Την ελευθερία, την τιμή, την αξιοπρέπειά του, την κοινωνική και επαγγελματική του υπόσταση. Την ίδια του την ύπαρξη.

Ο Δικαστής -κατά τον Λουκιανό- οφείλει να είναι άφοβος, αδέκαστος, ελεύθερος, φίλος της παρρησίας και της αλήθειας, χωρίς να μισεί ή να μοιράζει φιλία.

Γι’ αυτό και το Σύνταγμα τον περιέβαλε με όλες τις εγγυήσεις, έτσι ώστε να μπορεί να εκφράσει τις αρετές από τις οποίες πρέπει να διαπνέεται. Ασφαλώς το περιβάλλον στο οποίο κινείται έχει τον δικό του ρόλο και μπορεί να επηρεάσει ανάλογα με τον χαρακτήρα του, τις επιλογές του. Ενδεχομένως να αναιρέσει κάποια από τις αρετές αυτές.

Το όλο σύστημα λειτουργίας του κράτους, η διαφθορά, η ηθελημένη σύγχυση των εξουσιών, αλλά και ο τρόπος εσωτερικής λειτουργίας διαμορφώνει καταστάσεις με αντίκτυπο στην γρήγορη και ποιοτική απονομή της Δικαιοσύνης.

Κι αυτό παρά τις άοκνες, ατελέσφορες, μέχρι στιγμής, προσπάθειες δικαστών, να επαναφέρουν τις αξίες που πάντα διέκριναν τον δικαστικό κλάδο, οι οποίες και καθιστούσαν τη Δικαιοσύνη υπέρτατη αρχή στην απονομή του Δικαίου. Μία Δικαιοσύνη, στηριζόμενη, στην κοινωνική αναγνώριση και συναίνεση, οι οποίες κατακτώνται από τον δικαστή, με την καθημερινή έμπρακτη απόδειξη της ικανότητας, της εντιμότητας και της ανεπηρέαστης κρίσης του.

Αγέρωχη και μη συμβιβαζόμενη σε θέματα αρχών, σε θέματα που διέπουν τη δικαστική συνείδηση και αξιοπρέπεια των μελών της. Το υψηλότερο λειτούργημα διαπνεόμενο από τα υψηλότερα ιδανικά, διακρινόμενο από τις υψηλότερες αρετές, που όμοιό τους δεν υπήρξε ούτε και θα υπάρξει. Ομως, όλα εξαρτώνται απ’ αυτόν που καλείται να σηκώσει ψηλά το βάρος της ευθύνης που του αναλογεί και σαν Ατλας να ανυψώσει τη Δικαιοσύνη μέχρι τον Ολυμπο.

Να αποκαταστήσει την τρωθείσα τιμή της στα μάτια των τωρινών και των επομένων γενεών.

Θεωρούνται, ίσως, στην υλιστική εποχή «του πρακτικού πνεύματος», ανούσια και ξεπερασμένα.

Αυτή όμως είναι η αποστολή του λειτουργού της Δικαιοσύνης. Να αίρεται υπεράνω μικροτήτων, παθών, σκοπιμοτήτων, έπαρσης και αλαζονείας απονέμοντας, με γνώμονα τα αισχυλικά «φόβον και σέβας» στον αθώο την ελευθερία, στον ένοχο την τιμωρία. Δικαιώνοντας - τιμώντας την ανεξαρτησία του, η οποία εκουσίως έχει εκχωρηθεί από μια κυριαρχούσα τάση στις άλλες δύο εξουσίες, που έστησαν περίτεχνα τον ιστό της αράχνης, ώστε να διαφεύγουν τα μεγάλα και επιβλαβή έντομα.

Ομως ο Δικαστής, πριν διατυπώσει την όποια απόφασή του, οφείλει να εκδώσει μια άλλη απόφαση, άγραφη μεν, βγαλμένη όμως από τα βάθη της ψυχής του με γνώμονα την αυτοκριτική:

«Πη παρέβην; τι δ’ έρεξα; τι μοι δέον ουκ ετελέσθη».

Εκείνος που δεν είναι σε θέση να κρίνει εαυτόν, είναι ανίκανος να κρίνει τους συνανθρώπους του. Μόνο έτσι εκπληρώνεται η μεγάλη αποστολή του.

*Ο κ. Δημήτρης Χ. Παξινός είναι πρώην πρόεδρος ΔΣΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ