ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ*

Η εφαρμογή της λιτότητας και η ανάπτυξη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σ​​ε πρόσφατη έρευνα, που δημοσιεύτηκε από το Levy Economics Institute, αναλύεται η επίπτωση που είχαν στην αναδιανομή εισοδήματος και στην ανισότητα οι αλλαγές στη δημοσιονομική στάση των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης μεταξύ 2006 και 2013. Μελετήθηκαν οι επιπτώσεις τόσο για το φτωχότερο κομμάτι του πληθυσμού όσο και για το πιο εύπορο. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι περιπτώσεις όπου είχε εφαρμοστεί σκληρότερη λιτότητα, μετρημένη με βάση την αλλαγή στο δημοσιονομικό πρωτογενές ισοζύγιο μιας χώρας, συνδέονται με αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας εξαιτίας των κερδών που είχαν οι ομάδες του πληθυσμού με υψηλότερο εισόδημα. Στα ευρήματα συγκαταλέγονται και κάποιες αδύναμες αποδείξεις περί περιορισμένης ανισότητας στις φτωχότερες ομάδες πληθυσμού. Τελικά οι ερευνητές (M. Schneider, S. Kinsella και A. Rodin) καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η πολιτική υπέρ των πλουσίων που συνδέεται με τη λιτότητα παρέχει στην οικονομική ελίτ ευκαιρίες πλουτισμού στο όνομα της δημοσιονομικής υπευθυνότητας, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει τα κίνητρα που έχουν οι εργάτες ώστε να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους.

Η πολιτική της λιτότητας έχει προωθηθεί πολύ συχνά με το ψευδές επιχείρημα ότι οι δημόσιες δαπάνες και ο υπερβολικά μεγάλος δημόσιος τομέας ευθύνονταν για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και όχι οι χρηματοπιστωτικές αγορές. Η πολιτική της λιτότητας αποτέλεσε ακριβώς τη λάθος συνταγή ακόμη και αν κριθεί με τους δικούς τους όρους, όπως έχουν υποστηρίξει πολλοί οικονομολόγοι και σχολιαστές.

Το νεοφιλελεύθερο επιχείρημα ότι οι δημοσιονομικές περικοπές θα οδηγήσουν σε ανάπτυξη δεν ακολουθήθηκε πάντοτε στον ίδιο βαθμό. Η Γερμανία και η Γαλλία, για παράδειγμα, αντιστάθηκαν και δεν εφάρμοσαν επιθετική πολιτική λιτότητας, ενώ άλλες, μικρότερες χώρες εξαναγκάστηκαν να εφαρμόσουν τέτοια μέτρα. Παρ’ όλα αυτά οι αρνητικές επιπτώσεις αυτής της πολιτικής δεν αναλύθηκαν ιδιαιτέρως συστηματικά. Γενικά υπάρχει στατιστικά σημαντική και ισχυρή σύνδεση μεταξύ θετικών μεταβολών στο κυκλικά προσαρμοσμένο πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο και αύξησης της εισοδηματικής ανισότητας. Οι μεταβολές στην εισοδηματική ανισότητα για τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού αντανακλούν την επίδραση του επιχειρηματικού κύκλου και δείχνουν ότι δεν υπάρχουν ισχυρά στοιχεία που να συνδέουν τη δημοσιονομική εξυγίανση με μείωση της εισοδηματικής ανισότητας για τους φτωχότερους. Πράγμα που σημαίνει ότι η λιτότητα που προέκυψε εξαιτίας της μεγαλύτερης δημοσιονομικής προσαρμογής είναι πιθανό από μόνη της να περιορίζει τα κίνητρα για τις φτωχότερες ομάδες του πληθυσμού ή τουλάχιστον να περιορίζει τα κίνητρα που υπάρχουν, ώστε να αυξηθεί η παραγωγικότητα για την πλειονότητα του εργατικού δυναμικού. 

Η μοναδική εξαίρεση είναι η Ελλάδα, η οποία επίσης αποτελεί εξαίρεση όσον αφορά την κλίμακα και τη βαρύτητα της δημοσιονομικής προσαρμογής. Στην περίπτωση της Ελλάδας, ο βασικός λόγος για την αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας είναι η απώλεια εισοδήματος που υπέστη το φτωχότερο 70% του πληθυσμού. Αυτή ενισχύθηκε από την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός να βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση το 2012 σε σχέση με το 2009 εξαιτίας της οικονομικής συρρίκνωσης και της αυξημένης εισοδηματικής ανισότητας, που ήταν το αποτέλεσμα πολιτικής που ασκήθηκε υπέρ των πλουσίων τόσο μέσω της περικοπής των δημοσίων δαπανών, η οποία επηρέασε τους μισθούς και τα κοινωνικά επιδόματα, όσο και με την αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων. Δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η αυξημένη φορολογία και η μειωμένη εργασιακή ασφάλεια θα είχαν αυτές τις επιπτώσεις. Φανταστείτε δε πόσο θα έχει επιδεινωθεί η εισοδηματική ανισότητα στην Ελλάδα από το 2012, δεδομένου ότι συνεχίστηκε η πολιτική της λιτότητας.

Προκύπτουν σημαντικές διαφορές αν συγκρίνουμε τα αποτελέσματα μεταξύ Ελλάδας και Ιρλανδίας. Στην περίπτωση της δεύτερης, παρατηρήθηκε ότι περιορίστηκε η εισοδηματική ανισότητα μεταξύ 2009 και 2012, διότι τα κέρδη από την αύξηση του ΑΕΠ αντιστάθμισαν και με το παραπάνω τον περιορισμό του κοινωνικού κράτους που οφείλεται στην αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας είναι το τίμημα για την αύξηση της ανάπτυξης ή ότι η λιτότητα είναι ο μοναδικός τρόπος μέσω του οποίου μπορεί να επιτευχθεί ανάπτυξη. Το γενικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν οι ερευνητές είναι ότι τα μέτρα λιτότητας, δηλαδή η απελευθέρωση των αγορών, η περικοπή δημοσίων δαπανών κ.λπ., είχαν ως αποτέλεσμα την αναδιανομή εισοδήματος από τους φτωχότερους προς τους πλουσιότερους, δηλαδή από τους εργάτες προς τους κεφαλαιούχους. Αντί η νεοφιλελεύθερη συνταγή να αποφέρει μεγαλύτερη αποδοτικότητα, είχε ως συνέπεια, σε πολλές περιπτώσεις, την αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας και απέφερε φτωχά αποτελέσματα ακόμη και αν τα κρίνει κανείς με τα κριτήρια που χρησιμοποιούν οι υποστηρικτές αυτής της πολιτικής. Ακόμη σημαντικότερο είναι το συμπέρασμα ότι η πίεση για εφαρμογή λιτότητας στο όνομα των αγορών και της ανάπτυξης όχι μόνο απέτυχε να ενισχύσει την ανάπτυξη, αλλά στην πραγματικότητα είχε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. 

* Ο κ. Δημήτρης Παπαδημητρίου είναι πρόεδρος του Levy Economics Institute και καθηγητής Οικονομικών στο Bard College στη Νέα Υόρκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ