ΛΟΥΚΑΣ ΤΣΟΥΚΑΛΗΣ*

Ποιο είναι το χειρότερο;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σ​​κέφτομαι μερικές φορές ποιο ήταν το χειρότερο από όλα τα δεινά που έπληξαν τη χώρα τα τελευταία χρόνια: ένας καταιγισμός αρνητικών εξελίξεων που μας σπρώχνει ολοένα και περισσότερο προς τα κάτω, ένας συνεχής φαύλος κύκλος.

Είναι, άραγε, η μεγάλη υποβάθμιση του βιοτικού μας επιπέδου το χειρότερο που μας συνέβη; Σε σταθερές τιμές, το εθνικό προϊόν έχει ήδη πάει πίσω στο 1999. Και επειδή οι μέσοι όροι δεν λένε συνήθως ούτε καν τη μισή αλήθεια, αυτή η απώλεια σχεδόν δύο δεκαετιών για τον μέσο Ελληνα κρύβει πολλές χιλιάδες ατομικές και οικογενειακές τραγωδίες, σε μια χώρα με μεγάλες ανισότητες, της οποίας, τώρα πλέον, ένα σημαντικό κομμάτι της μεσαίας τάξης καταρρέει. Ο ψυχρός οικονομολόγος θα μας θυμίσει, βεβαίως, ότι το βιοτικό μας επίπεδο πριν από την κρίση ήταν εν μέρει πλαστό, μια μεγάλη φούσκα με δανεικά. Και θα έχει απόλυτο δίκιο. Οι φούσκες, όπως γνωρίζουμε, δεν κρατάνε πολύ.

Μήπως είναι η μεγάλη ανεργία, κυρίως των νέων, που θα πάρει χρόνια για να εξαλειφθεί, αφήνοντας ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας μας χωρίς την προοπτική να έχει (ποτέ;) την ικανοποίηση και το εισόδημα που μπορεί να προσφέρει μια σχεδόν κανονική δουλειά; Ή μήπως είναι η νέα μεγάλη μετανάστευση που οδηγεί πολλά από τα καλύτερα μυαλά της χώρας και τα πιο δυναμικά μέλη της κοινωνίας μας, κυρίως τους νέους, να αναζητούν το μέλλον τους εκτός συνόρων; Οι επιπτώσεις αυτής της νέας μετανάστευσης θα είναι μεγάλες και μακροχρόνιες για την Ελλάδα. Πόσοι, αν και πότε, θα γυρίσουν;

Ή μήπως είναι ακόμα χειρότερο δεινό η συνεχής υποβάθμιση της ποιότητας ζωής και των δημοκρατικών μας θεσμών; Αν και πάλι καλά, να λέμε. Ποιος θα περίμενε ότι η δημοκρατία μας θα άντεχε, έστω και με τις όποιες εκπτώσεις, το τεράστιο σοκ των τελευταίων χρόνων; Μέσα σε αυτήν τη γενικευμένη υποβάθμιση περιλαμβάνεται και η υποβάθμιση της παιδείας. Για το μέγεθός της, η χώρα μας ανέκαθεν παράγει εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό καταξιωμένων επιστημόνων, πνευματικών ανθρώπων και ικανότατων στελεχών, ενώ ο μέσος όρος αυτών που βγαίνουν από τα σχολεία και τα πανεπιστήμιά μας είναι σχετικά χαμηλός.

Το δείχνουν και οι διεθνείς κατατάξεις, όπως της Πίζας. Χώρα των άκρων ήταν και παραμένει η Ελλάδα. Αλλά τώρα το πρόβλημα γίνεται οξύτερο, γιατί οι καλοί φεύγουν ολοένα και περισσότεροι, ενώ αρκετοί που μένουν τείνουν να μετατρέψουν τη μετριότητα σε ιδεολογία.

Μας πήρε πολλά χρόνια για να μπορέσει η Ελλάδα να καταστεί υποκείμενο και όχι απλώς αντικείμενο της ευρωπαϊκής και της διεθνούς διπλωματίας. Η ένταξη στην οργανωμένη ευρωπαϊκή οικογένεια υπήρξε το σύμβολο αυτής της αλλαγής και ο καταλύτης. Και τώρα γυρνάμε πάλι πίσω, πολύ πίσω. Οι Ευρωπαίοι εταίροι μάς συμπεριφέρονται πλέον ως προβληματική χώρα, με δυσλειτουργικό κράτος (και πολιτικό σύστημα) που όμως δεν θα ήθελαν να μετατραπεί σε αποτυχημένο κράτος, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία στην περιοχή μας. Και έτσι έχουν αποφασίσει να δημιουργήσουν ένα ειδικό καθεστώς για μας, ένα είδος καραντίνας.

Δεν ξέρεις με ποιους να θυμώσεις περισσότερο: με τις εμμονές και την αλαζονεία των εταίρων μας (τουλάχιστον μερικών από αυτούς), ή με τους δικούς μας πολιτικούς και όλους εμάς συλλογικά που οδηγήσαμε τη χώρα σε χρεοκοπία και γενικευμένη αναξιοπιστία; Να θυμώσεις με τους έξω που επιμένουν σε εξωπραγματικούς όρους αλλεπάλληλων μνημονίων, ή με τους δικούς μας που παραμένουν ανίκανοι να συμφωνήσουν σε ένα εθνικό και ρεαλιστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση; Να εξοργιστείς με το νέο υπερταμείο και τη διεθνή επιτροπεία της χώρας μας στο διηνεκές, ή με την κακοδιαχείριση της δημόσιας περιουσίας σε διακομματική βάση για δεκαετίες; Δεν έχει νόημα να κουνάς το δάχτυλο στους άλλους, αν εσύ ο ίδιος αρνείσαι να κοιταχτείς στον καθρέφτη. Αλλά ο φτηνός πατριωτισμός ήταν ανέκαθεν το έσχατο καταφύγιο των απατεώνων. Διαθέτει δυστυχώς αρκετούς η χώρα – και δεν είναι η μόνη.

Και έτσι προσπαθούμε να πορευτούμε στην παρατεταμένη κρίση, ή μάλλον στην αρχή βουλιάζαμε και τώρα σερνόμαστε. Το πολιτικό μας σύστημα δείχνει μιαν απίστευτη ικανότητα να αναπαράγει όλα τα αρνητικά του στοιχεία. Τελικά, το χειρότερο θα ήταν αν οι περισσότεροι συμβιβαστούμε με την άποψη ότι η χώρα δεν μπορεί να αλλάξει, αποδεχόμενοι συνάμα τον ρόλο του προβληματικού ανήλικου σε μια ευρωπαϊκή οικογένεια σε κρίση. Και όσοι μπορούν να φύγουν, καλή τους τύχη. Από το δικό μας αδιέξοδο δεν θα μας βγάλουν όσα μνημόνια και αν υπογράψουμε, όσοι επίτροποι και τρόικες και αν έρθουν. Αλλωστε δεν έδειξαν υπερβολική σοφία μέχρι σήμερα. Σίγουρα θα χρειαστούμε κατανόηση και αλληλεγγύη από τους εταίρους. Πρώτα όμως θα πρέπει εμείς να σταθούμε αντιμέτωποι με τα δικά μας προβλήματα και αδυναμίες. Υστερα από τόσα ψέματα που ειπώθηκαν, θα αντέξουμε κάποτε το βάρος της δικής μας αλήθειας;

* Ο κ. Λουκάς Τσούκαλης είναι επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ