ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Δημήτρης Διαμαντίδης, ο σύγχρονος αστέρας - αντιήρωας

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΛΟΣΠΥΡΟΣ

Είναι μακάβρια η εξίσωση, ακόμα και στο πεδίο των συμβόλων, όμως η αποχώρηση του Διαμαντίδη από την ενεργό δράση, ύστερα από τον επικό αγώνα με τον Ολυμπιακό στις 30 Μαΐου, ισοδυναμεί για τους Παναθηναϊκούς με τον φυσικό θάνατο ενός προσώπου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το μπάσκετ που παιζόταν στην Ευρώπη έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μοιάζει με άλλο άθλημα σε σύγκριση με το μπάσκετ που παίζεται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Ανάμεσα στις δύο εκδοχές μεσολαβεί άβυσσος· σε αυτήν έχουν κατακρημνιστεί οι κώδικες και οι κανονισμοί, οι νόμοι και οι πρακτικές της κοινωνίας και της επιστήμης της πρώτης περιόδου. Είναι τόσο ριζοσπαστική η μετάλλαξη του σπορ, ώστε να μην ηχεί παράτολμη η απόπειρα εξήγησής της με όρους αλλαγής παραδείγματος, θεωρία που ανέπτυξε ο Τόμας Κουν στη «Δομή των επιστημονικών επαναστάσεων». Το περιβόητο παράδειγμα του Κουν, νοούμενο ως το σταθερό υποσύνολο εκείνων των αξιών, στόχων και πεποιθήσεων που συνενώνουν εμπνέοντας τα μέλη συγκεκριμένης επιστημονικής κοινότητας, εξασθενεί και εγκαταλείπεται όταν καθίσταται ανήμπορο να επιλύσει τους γρίφους και τα προβλήματα που ανακύπτουν στο εσωτερικό του. Τότε ξεσπάει η λεγόμενη κρίση που θα αρθεί μονάχα όταν αναδυθεί ένα νέο παράδειγμα για την κοινότητα, ριζικά διαφορετικό και ασύμμετρο σε σχέση με το πρώτο.

Αντίστοιχα ήταν αδύνατον να μην ξεσπάσει κρίση στους κόλπους της μπασκετικής κοινότητας μέσα στη δεκαετία του 1990. Η προϊούσα έλλειψη φονικών σκόρερ τύπου Γκάλη ή Πέτροβιτς και οι καινοφανείς κανονισμοί που έθεσε η FIBA (η εκτέλεση δύο ελεύθερων βολών μετά τη συμπλήρωση πέντε ομαδικών φάουλ ή αργότερα η μείωση του χρόνου επίθεσης από τα τριάντα δευτερόλεπτα στα είκοσι τέσσερα), που αποσκοπούσαν στην καθιέρωση ενός ελκυστικότερου μοντέλου παιχνιδιού, αλλά και στην εξόντωση του αρτηριοσκληρωτικού αντιμπάσκετ πίσω από το οποίο οχυρώθηκαν ομάδες-καμικάζι σαν τη Λιμόζ του Μάλκοβιτς, προκάλεσαν πονοκεφάλους στους προπονητές και στους θεωρητικούς του αθλήματος. Το άναρχο, βασισμένο στις ατομικιστικές εξάρσεις μπάσκετ της δεκαετίας του 1980, με τα προσχηματικά επιθετικά συστήματα που κανείς δεν περίμενε να εκτελεστούν κατά γράμμα από μπασκετμπολίστες που έδιναν την παράστασή τους χωρίς να υπακούουν σε κάτι άλλο πέρα από το εκπαιδευμένο ένστικτό τους, όφειλε να αντικατασταθεί από ένα νέο παράδειγμα.

Οπως και συνέβη, με την κυριαρχία του σκεπτόμενου, ελεγχόμενου, ομαδικού, αλτρουιστικού μπάσκετ, όπου ο στιβαρός αμυντικογενής παίκτης δεν παραγνωρίζεται ως ο κομπάρσος που πλαισιώνει τον ακριβοπληρωμένο αστέρα με τα επιθετικογενή χαρίσματα. Ο Δημήτρης Διαμαντίδης υπήρξε ο παίκτης που επικύρωσε με κάθε επισημότητα την επικράτηση του νέου παραδείγματος. Ακόμη καλύτερα, αποτέλεσε ο ίδιος ένα καινούργιο παράδειγμα ολοκληρωμένου μπασκετμπολίστα που υπηρέτησε με πρωτοφανή προσήλωση το πρόγραμμα κάθε προπονητή που πέρασε από τον Παναθηναϊκό στα χρόνια που αγωνίστηκε.

Αλλά και παράδειγμα αστέρα-αντιήρωα, όντας ο πιο σεμνός και ταπεινόφρων, φωτεινός αντιφρονών στο κραταιό κοινωνικό παράδειγμα του αχαλίνωτου ναρκισσισμού.

Ενέργεια, αθλητικότητα και ταχυδύναμη. Αυτοί είναι οι κωδικοί πρόσβασης σε κάθε αξιοπρόσεκτο μπασκετικό πρόγραμμα στον νέο αιώνα. Οι αποστάσεις στο παρκέ μειώθηκαν, πρώτα στην ψυχολογία και ύστερα και στα μάτια όσων εξασκούν το άθλημα· η ρακέτα μετατράπηκε σε αδυσώπητη δαρβινική αρένα ανταγωνισμού. Για να επιβιώσει κανείς στη διακεκαυμένη ζώνη, πρέπει, σύμφωνα με το αναπαραγόμενο στερεότυπο της μπασκετικής αργκό, να ξέρει να «διαβάζει το παιχνίδι». Ο Διαμαντίδης δεν διάβαζε απλώς το παιχνίδι, έμοιαζε να βρίσκεται διαρκώς δύο κινήσεις μπροστά, σκακιστής εγκλωβισμένος σε κορμί αθλητή, ενός δεκαθλητή που σκόραρε σαν σπουδαίος σκόρερ του παρελθόντος, μολονότι δεν ήταν αυτό το ατού του, οργάνωνε αλάνθαστα τις επιθέσεις της ομάδας, ενώ έπαιζε και υπεράνθρωπη άμυνα, καλύπτοντας με τα τεράστια άκρα του χώρους που οι συμπαίκτες του άφηναν ελεύθερους. Κατέκτησε με τον ΠΑΟ τρία πρωταθλήματα Ευρώπης, εννέα πρωταθλήματα Ελλάδος, αναδείχτηκε έξι φορές καλύτερος αμυντικός στην Ευρωλίγκα και είχε, μεταξύ αμέτρητων άλλων διακρίσεων, το προνόμιο να είναι ο εγκέφαλος της ποιοτικότερης ομάδας που εμφανίστηκε ποτέ στα ευρωπαϊκά γήπεδα: του Παναθηναϊκού της σεζόν 2008-2009, του αριστουργήματος του Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς.

Είναι ίσως μακάβρια η εξίσωση, ακόμα και στο πεδίο των συμβόλων, όμως η αποχώρηση του Διαμαντίδη από την ενεργό δράση, ύστερα από τον επικό αγώνα με τον Ολυμπιακό στις 30 Μαΐου, ισοδυναμεί για εμάς τους Παναθηναϊκούς με τον φυσικό θάνατο ενός προσώπου. Αντί επικηδείου, μία από τις εικόνες του Διαμαντίδη που μου εντυπώθηκαν πιο έντονα. Σε μια βραδιά με μέτρια απόδοση, έχει μόλις σκοράρει τρίποντο ή ένα δύσκολο λέι απ με πιρουέτα έπειτα από ριβέρς ντρίπλα. Η κάμερα ζουμάρει στο πρόσωπό του καθώς επιστρέφει στην άμυνα κάνοντας μια γκριμάτσα και μια χειρονομία, που πάντως μένει ημιτελής, σαν να θέλει να χτυπήσει τον εαυτό του στο μέτωπο, επιτιμώντας τον για τα σουτ που έχασε προηγουμένως. Δεν μέμφεται τον εαυτό του επειδή δεν αγωνίζεται σύμφωνα με τις δυνατότητές του ή διότι δεν ανταποκρίνεται σε κάποιο απαραμείωτα υψηλό κριτήριο αποδοτικότητας. Κατηγορεί τον εαυτό του επειδή δεν έκανε μέχρι τότε αυτό που όφειλε. Τίποτα διαφορετικό από αυτό που έπρεπε απλώς να κάνει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ