ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Το τολμηρό άλμα του Ζογγολόπουλου στον δημόσιο χώρο

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Αλέξανδρος ο πλανόδιος σε τρεις διαφορετικές εκδοχές στην Ανδρο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οταν το 1966 τοποθετήθηκε το γλυπτό «Cor - ten» του Γιώργου Ζογγολόπουλου στη βορινή πύλη της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης, ύστερα από αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, η πόλη διχάστηκε. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που δεν καλωσόρισαν την έλευση της αφαιρετικής δημιουργίας, η οποία αναπαριστούσε τη Νίκη της Σαμοθράκης, σύμφωνα με τον γλύπτη.

Οταν ο Ζογγολόπουλος ρωτήθηκε –πολλά χρόνια αργότερα– για το πώς του φάνηκαν οι ύβρεις που δέχθηκε, απάντησε: «Βρίσκω ότι ήταν δικαιολογημένες. Δεν αμφέβαλα για το έργο μου, αλλά ήξερα ότι κάπως έτσι γίνονται τα πράγματα. Και μετά ξεπερνιούνται. Αυτό το γλυπτό έχει πια ξεπεραστεί και από εμένα. Αλλάζει η αισθητική μας. Διότι η αισθητική είναι ένας περιηγητής, δεν είναι ποτέ στατική. Σήμερα δεν θα το ξαναέκανα έτσι» (συνέντευξη στον Γιώργο Κορδομενίδη το 1993).

Γιατί αυτή η μικρή ιστορία; Για να περιγράψει κανείς τον χαρακτήρα του καλλιτέχνη, την αέναη μανία του να εξελίσσεται, όπως άλλωστε φαίνεται και από τη χορταστική έκθεσή του που μόλις εγκαινιάστηκε στο Μουσείο Γουλανδρή της Ανδρου. Στο ξεχωριστό αφιέρωμα που διοργανώθηκε σε συνεργασία με το Ιδρυμα που φέρει το όνομά του, ο επισκέπτης ξεναγείται στο έργο του γλύπτη που αγαπούσε την αρχιτεκτονική, το οποίο αναπτύχθηκε μέσα σε οκτώ δεκαετίες, καθώς ο Ζογγολόπουλος (1903 - 2004) πέρασε τα 100 έτη ζωής.

Σε μια ευφυώς στημένη ατομική –όπου κάθε γλυπτό έχει τον δικό του ζωτικό χώρο– ιχνηλατείται το τολμηρό του άλμα από την παραστατικότητα στην αφαίρεση και από το εργαστήριό του στον δημόσιο χώρο. Από τα νεανικά του σχέδια, όπου φαίνεται η δεινότητά του στο χαρτί, και από εκεί στα πρώτα γλυπτά, όπου οι μορφές έχουν πιστότητα στη μορφή, και τα αντικείμενα μέχρι την πλήρη απελευθέρωση από τη φόρμα, ο Ζογγολόπουλος διήνυσε μεγάλη διαδρομή, αναζητώντας πάντα μια νέα προσωπική κατάκτηση.

Εξυπακούεται ότι το «παρών» δίνουν όλες οι ενότητες, από τις ομπρέλες και τους μεγεθυντικούς φακούς, τις μακέτες και τις φωτογραφίες του εμβληματικού έργου «Ζάλογγο» στην Ηπειρο με το οποίο, κυριολεκτικά, πάλεψε πολλά χρόνια αλλά και τα άγνωστα σε πολλούς φωτοκινητικά έργα. Στην εκθεσιακή αφήγηση κυριαρχεί η γλυπτική του εγκατάσταση στην πλατεία Ομονοίας, με το Σιντριβάνι, ξυπνώντας τη νοσταλγία για την Αθήνα που ήθελε να είναι μια μοντέρνα πόλη. Από όλα τα δημόσια γλυπτά του, αυτή η σύλληψη, που δεν υπάρχει πια, έχει χαραχθεί ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη. Το μαρτυρούν και οι δεκάδες ελληνικές ταινίες της εποχής (όπου η σύνθεση είναι στο φόντο), οι οποίες προβάλλονται σε μια οθόνη δίπλα στις φωτογραφίες.

Τι άλλο καταλαβαίνει κανείς για τον Ζογγολόπουλο και την αεικίνητη αισθητική του μέσα από την έκθεση; Πως ακόμα και στα βαθιά γεράματα δεν έχασε ποτέ την ανάγκη του για το παιχνίδι, την παιδική δίψα για μάθηση, το ένστικτο της αλλαγής.

​​Το αφιέρωμα, που θα διαρκέσει μέχρι και τις 25 Σεπτεμβρίου, συνοδεύεται από έναν εξαιρετικό κατάλογο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ