Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Καλά και κακά δημοψηφίσματα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γιατί να μην επιλέγει ο λαός απευθείας τα πάντα; Γιατί όχι; Η τεχνολογία έχει προχωρήσει πάρα πολύ πια, όλοι είμαστε συνδεδεμένοι όλη την ώρα, γιατί να μην μαζευόμαστε να αποφασίζουμε όλοι, εμείς, οι πολίτες, για όλα τα θέματα του κράτους μας; Γιατί να μην γίνονται δημοψηφίσματα για τα πάντα; Δεν είναι αυτός ο ορισμός της δημοκρατίας; Η ίδια η λέξη αυτό δεν περιγράφει, πρακτικά;

Αν γινόταν ένα δημοψήφισμα για το αν θα έπρεπε όλες οι πολιτικές αποφάσεις να λαμβάνονται με δημοψηφίσματα, πιθανότατα θα έβγαινε πανηγυρικά το "ΝΑΙ". Αλλά, όπως και σε τόσα άλλα δημοψηφίσματα, ο λαός πιθανότατα θα έκανε λάθος. Και τι σημασία έχει, θα πει κανείς. Εφόσον είναι ο λαός, κι εφόσον είναι κυρίαρχος, μπορεί κάλλιστα να κάνει λάθη και να λούζεται τις συνέπειές τους, είπαμε, ο ορισμός της δημοκρατίας.

Μόνο που δεν είναι ακριβώς έτσι.

Το δημοψήφισμα δεν είναι απαραιτήτως ένα ουτοπικό δημοκρατικό εργαλείο. Ίσα ίσα, είναι μια εξαιρετικά προβληματική και ευάλωτη διαδικασία, που πιο συχνά καταλήγει εργαλείο δημαγωγών, λαϊκιστών, ή και τυράννων, που εκμεταλλεύονται το συναίσθημα, την αμάθεια και/ή την απόγνωση της μάζας, παρά στην ιδεατή μορφή της Ελβετίας (που κι αυτή έχει προβλήματα). Αυτό δεν το λέω εγώ από το μυαλό μου, ποιος είμαι εγώ άλλωστε. Έχει διαπιστωθεί επανηλλειμένα από αγωνιστές της ελευθερίας και της δημοκρατίας πολύ αρμοδιότερους από εμάς. Ο πρώτος μεταπολεμικός πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, ο θρυλικός ηγέτης των Εργατικών Κλέμεντ Άτλι, απεχθανόταν τα δημοψηφίσματα, τα θεωρούσε εργαλεία φασιστών. Ακόμα παλαιότερα, στα τέλη του 18ου αιώνα, σχεδόν όλοι οι συνιδρυτές των Ηνωμένων Πολιτειών, εκείνη η χούφτα από ιδιοφυίες που κάθισαν και έβαλαν τα θεμέλια της σύγχρονης δυτικής δημοκρατίας, έγραψαν για τα προβλήματα τέτοιων διαδικασιών, και ο Τζέιμς Μάντισον, και ο Αλεξάντερ Χάμιλτον, και ο Τζον Άνταμς. Δεν ήταν τυχαίοι, ούτε η γνώμη τους ήταν αστήρικτη. 

Το αν το δημοψήφισμα λειτουργεί ως εργαλείο δημαγωγίας ή εργαλείο δημοκρατίας εξαρτάται κυρίως από δύο παράγοντες: Ποιος κάνει την ερώτηση στο λαό, και τι σόι λαός είναι αυτός. Είναι παράγοντες αλληλένδετοι, βεβαίως, δεδομένου ότι σε δημοκρατικές κοινωνίες αυτοί που κάνουν τις ερωτήσεις από το λαό διορίζονται.

Η ιστορία δείχνει ότι και σε καιρό ειρήνης και δημοκρατίας, αλλά κυρίως σε περιόδους κρίσης, οι πολιτικοί που επικαλούνται περισσότερο τη δημοκρατία και γκρινιάζουν για τα -γνωστά και αναμφισβήτητα- προβλήματά της είναι συνήθως αυτοί που θέλουν να τη χρησιμοποιήσουν για να την αντικαταστήσουν με κάτι άλλο. Ο Αδόλφος Χίτλερ, δημοκρατικότατα εκλεγμένος, έκανε τέσσερα δημοψηφίσματα από το 1933 μέχρι το 1938 για να συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες του κράτους στα χέρια του με την ψήφο και την έγκριση του γερμανικού λαού. Ο Ούγο Τσάβεζ έκανε δύο το '99, ένα το 2007 κι ένα το 2009, και τα τέσσερα για να εγκριθούν συνταγματικές αναθεωρήσεις που του έδιναν περισσότερη δύναμη. Ο Μπενίτο Μουσολίνι, που εξελέγη το 1924, μετέτρεψε τις εκλογές του '29 και του '34 σε δημοψηφίσματα, εξασφαλίζοντας επίσης τη στήριξη του λαού στην απόλυτη εξουσία του. Στην Ιταλία χρειάστηκε να περάσουν δώδεκα χρόνια κι ένας πόλεμος για να ξαναγίνουν εκλογές.

Αν νομίζετε ότι όλα αυτά είναι διαφορετικά από τα δημοψηφίσματα στη Σουηδία ή την Ελβετία, έχετε δίκιο. Είναι διαφορετικά, γιατί τα κριτήρια και οι στόχοι αυτών που θέτουν την ερώτηση είναι διαφορετικά. Έχει σημασία ποιοι είναι και τι θέλουν να πετύχουν, παρ’ όλο που και στις δύο περιπτώσεις δημοψηφίσματα έχουμε, και στις δυο περιπτώσεις ο κυρίαρχος λαός μιλάει.

Και έχει και σημασία το ποιος είναι ο κυρίαρχος λαός που μιλάει. Γιατί στη Σουηδία και την Ελβετία, όπου οι δημοκρατικοί θεσμοί είναι πιο στέρεοι και ασφαλείς, ο λαός είναι περισσότερο μορφωμένος και ώριμος, και δεν ποδηγετείται το ίδιο εύκολα από λαϊκιστές. Αν ο Χίτλερ του 1934 ερχόταν στη Σουηδία του 2003 και ζήταγε να του δώσει ο λαός απόλυτες εξουσίες προέδρου και καγκελάριου δεν θα έπαιρνε 88%, θα έπαιρνε κάτι άλλο. Αλλά οι Γερμανοί του 1934, ο κυρίαρχος λαός, ευχαρίστως και δημοκρατικά και κυρίαρχα πάτησαν το κουμπί για να φτάσουμε στο ολοκαύτωμα.

Τι γίνεται όμως όταν πας σε μια χώρα η οποία δεν είναι Σουηδία, αλλά δεν είναι και Βενεζουέλα, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο του 2016, και έχεις δημοψηφίσματα σαν αυτό που είδαμε τις προάλλες; Τι συμπέρασμα βγάζεις; Όταν η πλειοψηφία, ο κυρίαρχος λαός που από το 1974 ψηφίζει ό,τι του προτείνει η ασέλγεια σε πτώματα δέντρων που λέγεται Sun, κυρίαρχα υποκύπτει στην τρομολαγνεία και τα ξεδιάντροπα, γυμνά ψέματα αχαλίνωτων δημαγωγών όπως ο Μπόρις Τζόνσον, το ανάποδο πράσο του λαϊκισμού, ή όπως η τερηδόνα του ανθρώπινου είδους που λέγεται Νάιτζελ Φαράτζ, λαϊκιστές που εκμεταλλεύονται την ξενοφοβία και τον οικονομικό και κοινωνικό αποκλεισμό της αμόρφωτης εκλογικής τους βάσης για να ωφεληθούν πολιτικά, ε, τότε τι καταλαβαίνεις; Όχι μόνο για τους Βρετανούς. Και για εμάς. Τι είδους δημοψηφίσματα θα ήταν τυχόν δικά μας δημοψηφίσματα, λες;

Γιατί εμείς, στην κλίμακα Σουηδία - Βενεζουέλα, είμαστε πιο κοντά στη Βενεζουέλα από ό,τι το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο δικός μας ο λαός είναι ακόμα ευάλωτος στην ποδηγέτηση, την εκμετάλλευση από επιτήδειους απατεώνες πολιτευτές. Η πρόσφατη έρευνα του ΟΟΣΑ για τις γνωσιακές ικανότητες των ενηλίκων σε διάφορες χώρες του κόσμου βρήκε το επίπεδο των Ελλήνων κοντά στον πάτο. Ένας στους τέσσερις Έλληνες έχει πολύ χαμηλή επίδοση κατανόησης γραπτού κειμένου, για παράδειγμα (σχεδόν το ίδιο ποσοστό με τους Έλληνες που δήλωναν πέρυσι ότι πρέπει να βγούμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμπτωση ενδεχομένως). Αλλά δεν χρειάζεται καν να πάμε σε έρευνες για να το τεκμηριώσουμε, κάναμε μόνοι μας "έρευνα" πέρυσι τέτοιες μέρες. Είδαμε πώς τα πήγαμε και στο δικό μας δημοψήφισμα-παρωδία, εκείνη τη γελοία διαδικασία της μιας εβδομάδας που δίχασε και εξευτέλισε τη χώρα, η οποία χώρα την γλίτωσε μόνο επειδή την τελευταία στιγμή οι εδώ τσαβίζοντες την έστριψαν διά του αρραβώνος.

Ο λαϊκισμός που αλωνίζει ανεξέλεγκτος τα τελευταία χρόνια και κοπανάει την παγιδευμένη στα σχοινιά ελληνική κοινωνία με μια ομοβροντία από κροσέ από αριστερά και δεξιά, και τη γονατίζει, μας έχει μετατρέψει σε μια κοινωνία ευάλωτη, που διατρέχει τεράστιο κίνδυνο. Το επόμενο δημοψήφισμα μπορεί να είναι για το Σύνταγμα. Το μεθεπόμενο μπορεί να είναι για το ευρώ.

Φανταστείτε τα λίγο.

Δείτε λίγο ποιοι θα είναι αυτοί που θα διατυπώσουν το ερώτημα, και ποιος είναι ο λαός που θα επιλέξει, κυρίαρχος, εμείς.

Είστε αισιόδοξοι;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ