ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Από την κομματοκρατία στη δημοκρατία των κομμάτων

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στη σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η απόσταση που γεννάει ο θεσμός της ελεύθερης εντολής ανάμεσα στους πολίτες και τους αντιπροσώπους τους θεραπεύεται από τη διαμεσολάβηση των κομμάτων που αναλαμβάνουν να δώσουν μορφή στην εξ ορισμού αφηρημένη λαϊκή βούληση. Ωστόσο, είναι σαφές από τη μακρά ιστορία (και) των ελληνικών κομμάτων ότι οι παθογένειες της αντιπροσώπευσης αναπαράγονται, σαν μεταστατική ασθένεια, στο ίδιο τους το σώμα, με αποτέλεσμα, ιδίως στις ανώμαλες περιόδους, αυτά να πληρώνουν το βαρύ –και δίκαιο– τίμημα της πολιτικής ευθύνης. Ετσι, παρότι η οξεία οικονομική κρίση δεν αποσταθεροποίησε την κοινοβουλευτική μας δημοκρατία, το πολιτικό σύστημα και, ιδίως, τα μαζικά κόμματα απαξιώνονται, καθώς τα έντονα συμπτώματα της μεταπολίτευσης, όπως η διαφθορά, η πελατειακή παρακμή του κράτους και, το χειρότερο, η σκληρή ματαίωση των υποσχέσεών του, αποδίδονται στα δικά τους έργα και ημέρες.

Η ανάκτηση της πολιτικής αξιοπιστίας των κομμάτων δεν αφορά τόσο τη συνταγματική νομιμότητα, όσο την ουσιαστική τους νομιμοποίηση και τον επαναπροσδιορισμό της αμφίδρομης σχέσης τους με το κράτος και την κοινωνία. Προϋποθέτει ελάχιστες αλλαγές στο κείμενο του Συντάγματος και άμεσες νομοθετικές πρωτοβουλίες, ώστε τα κόμματα να ανταποκρίνονται στον συνταγματικό τους σκοπό (άρθρο 29 Σ.), δηλαδή να εξυπηρετούν «την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος».

Πολύς λόγος και μάλλον δυσανάλογος με τον πρακτικό του αντίκτυπο έχει γίνει για τη δικαστική απαγόρευση των «ανατρεπτικών» κομμάτων, καθώς αυτή δεν συνοδεύεται συνταγματικά από ισχυρές διαδικαστικές προϋποθέσεις (δικαστικό όργανο) και κοινοβουλευτικές κυρώσεις (αυτοδίκαιη έκπτωση των βουλευτών από το αξίωμά τους) που θα μπορούσαν να εγγυηθούν τη λυσιτέλειά της. Αλλωστε, αν ανατρέξουμε στο συγκριτικό παράδειγμα (Γερμανία, Τουρκία), υπό το φως της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. απόφαση Refah Partisi κατά Τουρκίας), θα διαπιστώσουμε ότι η απαγόρευση έχει τελικά περιορισμένη εμβέλεια σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, δεδομένου ότι δεν αποτρέπει την ανασύσταση των κομμάτων.

Αντιθέτως, συμβολικά και λειτουργικά σημαντική καθίσταται η έμφαση στην εσωκομματική δημοκρατία, η οποία ενισχύει τον δεσμό εμπιστοσύνης των κομμάτων με τους πολίτες και την ίδια τη δημοκρατική αναπαράσταση του πολιτεύματος. Ομως, και εδώ, η δημοκρατική ρήτρα του Συντάγματος δεν μπορεί να εφαρμόζεται μαξιμαλιστικά, να επιτάσσει δηλαδή τον ανελαστικό έλεγχο των κομμάτων εις βάρος της διακριτικής ευχέρειας και του πλουραλισμού στην οργάνωσή τους, εφόσον, βέβαια, τα τελευταία προβλέπουν στο καταστατικό τους αντιπροσωπευτικά όργανα ανάδειξης των ηγετών τους και λήψης των αποφάσεών τους και δεν εκπίπτουν σε καταφανώς αντιδημοκρατικά μοντέλα. Σε αυτή την περίπτωση, θεμιτή θα μπορούσε να είναι η επιβολή οικονομικής κύρωσης.

Την απαξίωση των κομμάτων εντείνει η αδιαφάνεια στις οικονομικές σχέσεις τους με το κράτος και τους ιδιώτες. Η συνταγματική πρόβλεψη της υποχρεωτικής «ενίσχυσής» τους, η οποία προδίδει σημειολογικά τον εναγκαλισμό τους με το κράτος, πρέπει να αναθεωρηθεί ή έστω να ερμηνευθεί νομοθετικά στην κατεύθυνση μιας εύλογης ισορροπίας ανάμεσα στην (μειωμένη) κρατική και την (πιο ελεύθερη) ιδιωτική χρηματοδότηση, υπό τον όρο της ανάλογης έκτασης της διαφάνειάς της, όπως τον αυστηρό έλεγχο των ροών από θεσμικά ανεξάρτητη επιτροπή, με την πλειοψηφία δικαστικών λειτουργών. Επίσης, κρίσιμη για τη δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος και τον δυναμικό χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος, ως ζωντανού οργανισμού, είναι η εφαρμογή της αρχής της ισότητας στον κατά κανόνα άνισο, οικονομικά και επικοινωνιακά, πολιτικό ανταγωνισμό. Η συνταγματικά αποδεκτή απόκλιση της αναλογικής ισότητας στη χρηματοδότηση των κομμάτων, σύμφωνα με πρόσφορα και αντικειμενικά κριτήρια (όπως η εκλογική τους απήχηση), δεν πρέπει να υπονομεύει την ισότητα των ευκαιριών. Αντιθέτως, οφείλει να αμβλύνει τις ανισότητες ανάμεσα σε παλαιά και νέα κόμματα, με την τροποποίηση των σχετικών ρυθμίσεων (όπως το 1,5% στις τελευταίες εκλογές για τα εκτός Βουλής), σε ευθυγράμμιση με τη θέση του Συμβουλίου της Επικρατείας που επιβάλλει τη μέριμνα του κράτους για τη διανομή επαρκούς τηλεοπτικού χρόνου (και) στα νεοπαγή κόμματα. Ετσι, προωθείται η ανανέωση και όχι η αδράνεια του πολιτικού συστήματος.

*O κ. Γιώργος Καραβοκύρης είναι ειδικός επιστήμονας στη Νομική Σχολή του ΔΠΘ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ