ΕΛΛΑΔΑ

Ο θάνατος του βασιλέως Παύλου

ΚΩΣΤΑΣ Μ. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ*

Ο βασιλιάς Παύλος με τον διάδοχο του θρόνου, Κωνσταντίνο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Για να κατανοήσει κανείς πραγματικά έναν άνθρωπο πρέπει να εντοπίσει αυτό που αποτελεί το επίκεντρο της προσωπικότητάς του, ήτοι το στοιχείο εκείνο πάνω και γύρω από το οποίο θα κτισθούν τα υπόλοιπα και λιγότερο ουσιώδη της φυσιογνωμίας και του βίου του. Στον βασιλέα Παύλο το στοιχείο αυτό, θεμέλιο μαζί και άξονας ζωής, ήταν θρησκευτικό και θα μπορούσαν να το συνοψίσουν οι έννοιες της ενώσεως/μεθέξεως/κοινωνίας, της προσφοράς, της αλληλεγγύης, της στοργής, στοιχεία αναπόσπαστα σε μία θρησκευτική φύση όπως ήταν η δική του από εκείνο της αποστολής. «Εγώ Σε εδόξασα επί της γης, το έργον ετελείωσα ο δέδωκάς μοι ίνα ποιήσω» ήταν το χωρίο από την Καινή Διαθήκη (Ιω. ΙΖ΄4 και 11) που επέλεξε να χαραχτεί στο μνήμα του στο βασιλικό κοιμητήρι του Παλαιόκαστρου στο Τατόι (…) «και ουκέτι ειμί εν τω κόσμω, και αυτοί εν τω κόσμω εισίν, καγώ προς Σε έρχομαι. Πάτερ Αγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματί Σου ω δέδωκάς μοι, ίνα ώσιν έν καθώς ημείς». (Ιω. ΙΖ΄4 και 11). Εμφανής στο ανωτέρω απόσπασμα είναι η ιεραρχία στην οποία ο Παύλος επίστευε: Θεός - πνευματικός άνθρωπος - υπόλοιπη ανθρωπότητα σε κύκλους επάλληλους με εγγύτερο, στη δική του περίπτωση ως βασιλέως των Ελλήνων, εκείνον του ελληνικού λαού. Το μέσον για να επιτευχθεί η κοινωνία-ενότητα-ένωση είναι η αγάπη και προϋπόθεση η ελευθερία, με όλο το πλούσιο περιεχόμενό της: την υπευθυνότητα, το υψηλό και απαιτητικό ήθος, την αυτοθυσία αν χρειαστεί. Ο ευαίσθητος αναγνώστης υποψιάζεται ότι το ανυποχώρητο, ότι το αμετακίνητα άκαμπτο σε θέματα συνειδήσεως ενυπήρχε σε έναν άνθρωπο όπως αυτός. Συνέθεταν ένα άυλο, εσώτατο Σύνταγμα βάσει του οποίου ο Παύλος ρύθμιζε την συμπεριφορά του ως προς τα κρείττονα.

Οι πνευματικές βάσεις και ο χαρακτήρας του

Πάνω στις αρχές αυτές θεμελιώθηκε η αγωγή των παιδιών στο εκπαιδευτήριο των Αναβρύτων που ο βασιλεύς ίδρυσε το 1949. Αυτές διείπαν, κατά το δυνατό, το Βασιλικό Εθνικό Ιδρυμα που υπήρξε δημιούργημά του, κι αυτές ήσαν παρούσες σε όλες σχεδόν τις δημόσιες ομιλίες του Παύλου και στα διαγγέλματά του. Αυτές είναι που συνοψίζονται στην παραίνεσή του στον γιο και διάδοχό του Κωνσταντίνο κατά την τελετή της ενηλικιώσεώς του στις 2 Ιουνίου 1958. Η «Συνάντησις των Αθηνών», που πραγματοποιήθηκε στην Πνύκα, δύο μήνες μετά τον θάνατό του, για πρώτη και δυστυχώς τελευταία φορά, τη φανέρωση της ενώσεως «εις το Εν» επιζητούσε, με τη μορφή της σύγκλισης της Θρησκείας με την Επιστήμη, κάτι που ήταν βαθύτατη πεποίθηση του εμπνευστού της βασιλέως.

Στενά συνυφασμένη με την έννοια του κοινωνείν ήταν η σχέση του Παύλου με τη μουσική – ήταν ο ίδιος εξαίρετος πιανίστας, όπως ήταν φίλος προσωπικός πολλών μεγάλων όχι απλώς μουσικών όπως η Τζίνα Μπαχάουερ, αλλά μυστών της μουσικής, όπως ο Γεχούντι Μενουχίν· διόλου τυχαίο ότι ήταν τα «κατά Ματθαίον πάθη» του Μπαχ που τόσο ξεχώριζε, ώστε επέλεξε να τα ακούσει τις τελευταίες ώρες της ζωής του, μόνος με τη γυναίκα του· κι η μουσική, σαν προσευχή, τον έφερε στην πύλη του επέκεινα, την οποία ο Παύλος διέβη με αγαλλίαση, ελκόμενος από την προσδοκία της ενώσεως με τον θείο Πατέρα, ενώσεως της οποίας λίγα λεπτά προτού εκπνεύσει αξιώθηκε την πρόγευση και η οποία αποτελούσε τον σκοπό και στόχο του βίου του.

Είχε απλότητα στη συμπεριφορά, άνεση αλλά και μεγάλη ευγένεια στους τρόπους, ήταν ευπρόσιτος στους πολλούς, διέθετε έντονο χιούμορ, και το βροντώδες γέλιο του ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά του. Ο Παύλος είχε ταυτόχρονα υψηλή αίσθηση του βασιλικής του ιδιότητας και αποστολής κι απέδιδε την πρέπουσα σημασία στην ευταξία, αναγνωρίζοντας την πολλαπλά ευεργετική, τη φιλάνθρωπη δύναμη της τελετής.

Μιλούσε άριστα τέσσερις γλώσσες, ελληνικά, αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά, όλες με ελαφριά αγγλοσαξονική προφορά. Στα ελληνικά χρησιμοποιούσε με άνεση την ήπια καθαρεύουσα που ήταν άλλωστε η καθομιλουμένη της γενιάς του. Είχε μεγάλη αγάπη προς τη θάλασσα. Από όλα τα αδέλφια του ήταν ο πιο θαλασσινός.

Η πολυτάραχη πορεία έως την άνοδο στον Θρόνο

Η προσωπικότητά του κτίσθηκε σιγά σιγά μέσα από τις δυσκολίες που εγέννησαν οι πολιτικές και εθνικές περιπέτειες της πατρίδας του που ήσαν ταυτόχρονα περιπέτειες του βασιλεύοντος Οίκου. Ηταν οκτώ ετών στην πρώτη ημι-αναγκαστική εξορία των γονέων του ως συνέπεια του pronunciamiento στου Γουδή, ένδεκα όταν συγκλόνισε το πανελλήνιο ο θρίαμβος των Βαλκανικών πολέμων με στρατηλάτη τον πατέρα του, δεκατεσσάρων όταν ο Διχασμός τσάκισε τα κεκτημένα γενεών, δεκαέξι με δεκαεννέα όταν γεύθηκε την εξορία, την οποία έκαμαν σκληρότερη οι ειδήσεις για τους διωγμούς των οπαδών του πατέρα του κάτω στην Ελλάδα.

Τον Οκτώβριο του 1920 μετά τον τραγικό θάνατο του αδελφού του Αλέξανδρου, προσφέρθηκε στον Παύλο από τον Βενιζέλο το ελληνικό στέμμα: μόνος αρμόδιος να μου προτείνει τον θρόνο είναι ο ελληνικός λαός, ήταν η ουσία της απάντησης του βασιλόπαιδος. Ακολουθούν η θριαμβική επιστροφή του Κωνσταντίνου, κι αμέσως μετά ο πόλεμος στη Μικρά Ασία –στον οποίο είχε εμπλέξει την Ελλάδα το προηγούμενο καθεστώς κι όπου ο νεαρός πρίγκιπας συμμετείχε σε αποστολές του Βασιλικού Ναυτικού στο Αιγαίο και την Προποντίδα–, η Μικρασιατική καταστροφή, η νέα εξορία, ο θάνατος του πατέρα του, το σκόρπισμα της οικογένειάς του. Μη έχοντας χρήματα στο εξωτερικό, ο Παύλος για να ζήσει υποχρεώθηκε να εργασθεί. Επεται η παλινόρθωση το 1935, η δικτατορία Μεταξά, ο Πόλεμος, η αναγκαστική απομάκρυνση στην Αίγυπτο μαζί με τον βασιλέα Γεώργιο Β΄ και την κυβέρνηση Τσουδερού. Και δύο μόλις χρόνια αργότερα, η εμφάνιση στους Ελληνες ενός νέου διχασμού που θα εξελιχθεί σε αιματηρότατο εμφύλιο. Η εξάπλωσή του σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα που έκειτο σε ερείπια, μετρίασε στη βασιλική οικογένεια τη χαρά της παλιννόστησης τον Σεπτέμβριο του 1946, μετά τις εκλογές και το δημοψήφισμα: ο Παύλος ανήκει στην πιο ανασφαλή γενεά της 100ετούς Δυναστείας. Παράγοντες κατευνασμού και ισορροπίας μέσα στις τόσες καταιγίδες ήσαν η χριστιανική πίστη του, η εμπιστοσύνη του στον άνθρωπο, αλλά και ο βαθύτατος σύνδεσμος με τη γυναίκα του, καθώς και η αρμονικότατη οικογενειακή ζωή με τα τρία τους παιδιά.

Συνταγματικός βασιλέας μιας διχασμένης χώρας

Ανέβηκε στον θρόνο την 1η Απριλίου 1947 και βασίλευσε έως τον θάνατό του την 6η Μαρτίου 1964. Καίτοι αρχηγός των νικητών του Εμφυλίου, επεδίωξε να γίνει κατά το δυνατό ο βασιλεύς όλων των Ελλήνων προσπαθώντας, όπου μπορούσε, να επηρεάσει τα πράγματα, να απαλύνει την τύχη των ηττημένων, ιδιαίτερα των νέων, και να διευκολύνει την επανένταξή τους στην κοινωνία. Υπήρξε εν συνεχεία ο βασιλεύς των ετών της εντυπωσιακής οικονομικής ανόρθωσης της χώρας επί πρωθυπουργιών Αλεξάνδρου Παπάγου και εν συνεχεία Κωνσταντίνου Καραμανλή. Πράγμα φαινομενικά παράδοξο, αλλά που αποτελεί τον κανόνα στα μέλη της Δυναστείας, τόσον εκ πεποιθήσεως όσο και από πολιτικό υπολογισμό, ο Παύλος ήταν κεντρώος, μολονότι το μεγαλύτερο μέρος των οπαδών της βασιλείας ήσαν δεξιοί. Ηταν επίσης, μέσα στη συγκυρία του Ψυχρού Πολέμου και λόγω της γειτνίασης της Ελλάδος με το Παραπέτασμα, αμερικανόφιλος από ρεαλισμό, καίτοι όχι δουλικά· η άρνησή του να δεχθεί την κάθοδο του Παπάγου στην πολιτική παρά την εξ Αμερικής πίεση, προκάλεσε γενική ομοβροντία εναντίον του στον Τύπο των ΗΠΑ. Ο βασιλεύς τελικώς υπέκυψε και η επίσημη επίσκεψη του ελληνικού βασιλικού ζεύγους στην Αμερική το 1953 επισφράγισε την επάνοδο του «ασώτου» στην οικία της Ηγέτιδος Δυνάμεως της Δύσης. Οντας βαθύτατα Ευρωπαίος, καλοδέχθηκε την απαρχή της διαδικασίας εντάξεως της Ελλάδος στο υπό ανέγερσιν ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Το πολιτικό αποτύπωμα του ρυθμιστού του πολιτεύματος

Ο βασιλέας Παύλος έφερε επιτυχώς εις πέρας τον ρόλο του ρυθμιστού του πολιτεύματος, ελισσόμενος ανάμεσα στις Συμπληγάδες της πολιτικής και εξασφαλίζοντας δύο φορές την πολιτική ανανέωση που έκρινε απαραίτητη: μια πρώτη φορά το 1955 ανυψώνοντας αιφνιδιαστικά στην πρωθυπουργία τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, αν όχι καθ’ υπόδειξιν τουλάχιστον με την πλήρη συναίνεση του «ξένου παράγοντα», και μία δεύτερη, το 1963, όταν, εκφεύγοντας από τα όρια του Συντάγματος με αφορμή και πρόσχημα την περίφημη επίσημη επίσκεψη στην Αγγλία, ευνόησε τη μετάβαση της εξουσίας από τη φθαρμένη πλέον Δεξιά στην Ενωση Κέντρου. Είναι αλήθεια πως τότε πλέον οι διαφορές του με τον Καραμανλή ήσαν πολιτικές, αλλά και προσωπικές. Σε αμφότερες τις παραπάνω περιπτώσεις τη βασιλική διαίσθηση και επιλογή επικρότησε ο λαός στις εκλογές που ακολούθησαν. Κατά κανόνα ήπιος και διαλλακτικός, ο Παύλος ήξερε να κρατά στιβαρά το πηδάλιο και εκεί όπου απαιτείτο, σε στιγμές κρίσης, επέδειξε ετοιμότητα και πυγμή: ο Παύλος υπήρξε ο πολιτικότερος των Ελλήνων βασιλέων μετά τον Γεώργιο Α΄ και από όλους ο πιο τυχερός. Τα πράγματα επίσης έδειξαν ότι ήταν αναντικατάστατος: ο θάνατός του στα 62 του μόλις χρόνια υπήρξε μοιραίος για τη χώρα, διότι αν ζούσε, θα είχαν αποφευχθεί τα «παραστρατήματα» του 1965 που είχαν βαριές συνέπειες και εν συνεχεία, το 1967, ο πλήρης εκτροχιασμός...

Ο λαός που τον αγάπησε, πένθησε ειλικρινώς τον «καλό βασιλιά» και η εξόδιος πομπή από τη Μητρόπολη έως το σημείο επιβίβασης στα αυτοκίνητα για τη μεταφορά της βασιλικής σορού στο Τατόι, υπήρξε όχι μόνον μία από τις ύπατες στιγμές της ιστορίας της Δυναστείας, αλλά και η πραγμάτωση μέσα από το πάγκοινο πένθος, της ευχής «ίνα ώσιν έν» που αποτέλεσε τον άξονα και τον βασικό στόχο ζωής του βασιλέως εκείνου που η Ελένη Βλάχου σε ένα κείμενό της χαρακτήρισε ως «άνθρωπο ανώτερου πολιτισμού».

* Ο κ. Κώστας Μ. Σταματόπουλος είναι ιστορικός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ