ΒΙΒΛΙΟ

500 λέξεις με τον Δημήτρη Στεφανάκη

Ο Δημήτρης Στεφανάκης έχει εκδώσει μέχρι σήμερα εννιά μυθιστορήματα κι ένα δοκίμιο για τη λογοτεχνία. Από αυτά οι «Μέρες Αλεξάνδρειας» και το «Φιλμ νουάρ» έχουν μεταφραστεί σε γαλλικά, ισπανικά και αραβικά. Τιμήθηκε με το Prix Méditerranée Etranger 2011, με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη και με τα διάσημα του Ιππότη Γραμμάτων και Τεχνών του γαλλικού κράτους. Η πιο πρόσφατη εκδοτική του παρουσία είναι το μυθιστόρημα «Λέγε με Καΐρα» από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;

Τα ποιήματα του W.C. Williams, μια γαλλική ανθολογία του ρώσικου διηγήματος και το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» του Ντάνιελ Μέντελσον.

Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;

Ο Πίτερ Γουόλς από την «Κυρία Νταλογουέι» της Βιρτζίνια Γουλφ, γιατί παραμένει τζέντλεμαν σε πείσμα των προσωπικών του διαψεύσεων.

Με ποιον συγγραφέα θα θέλατε να δειπνήσετε;

Αν όχι με τον Τζον Μπάνβιλ, τότε με τον Χαβιέρ Μαρίας.

Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;

Η «χαμένη τιμή της Κατερίνας Μπλουμ». Ξαναδιαβάζοντάς το βρέθηκα στην αρχή του σύγχρονου κόσμου.

Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;

Ο «Πρώτος έρωτας» του Μπέκετ, επειδή δεν προσπαθεί με κανέναν τρόπο να συγκινήσει.

Ποιο κλασικό βιβλίο δεν έχετε διαβάσει και ντρέπεστε γι’ αυτό;

Τον «Χαμένο παράδεισο» του Μίλτον.

Σύστησέ μας την Καΐρα. Πού ακριβώς θα την βρούμε;

Την Καΐρα θα τη βρούμε στο αγνώριστο τοπίο μιας Ελλάδας που ταλανίζεται από την Ιστορία και στις αναμνήσεις ενός μικρού παιδιού από τα χρόνια της χούντας. Η ίδια η Καΐρα είναι αυτό που απουσιάζει από τη δράση του μυθιστορήματος, ένας ζωντανός μύθος, μια κενή προσωπίδα, όπως αρμόζει σε καθετί που μας συναρπάζει. Ο πρότυπος συνοικισμός πορνείας, τα «Πουτανάδικα» στις παρυφές της Αθήνας, είναι το δημιούργημά της. Ο αφηγητής πασχίζει μάταια να την εντοπίσει καθώς αναπολεί τα χρόνια από πέτρα, τότε που έπαιρνε τα τρυφερά μαθήματα αγάπης και φτώχειας. Οι αναμνήσεις του ξεπηδούν από την ταβέρνα του παππού Ατρέμου, από τη μορφή του Αντώναρου, ήρωα των παιδικών του χρόνων, αλλά και από τις οικογενειακές αφηγήσεις και τις μικρές συνήθειες μιας εποχής που ήξερε να επινοεί πράγματα από το τίποτα.

Προηγείται η μνήμη ή η επινόηση;

Φαίνεται να προηγείται η μνήμη εκτός και αν κάποιες φορές την επινοούμε.

Εχετε Facebook, Twitter κτλ.; Εάν ναι, εμποδίζουν ή εμπλουτίζουν το γράψιμο και το διάβασμα;

Εχω, κι είναι παράξενο, αλλά η ενασχόλησή μου με τα social media παγίωσε μέσα μου μια παράλληλη γραφή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ