ΒΙΒΛΙΟ

Νέα από την έρημο του Τσέρνομπιλ

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

Πριν βραβευθεί με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2015, η συγγραφέας και πολιτική ακτιβίστρια Σβετλάνα Αλεξίεβιτς ήταν ελάχιστα γνωστή στους Ελληνες αναγνώστες.

ΣΒΕΤΛΑΝΑ ΑΛΕΞΙΕΒΙΤΣ
Τσέρνομπιλ: Ενα χρονικό
του μέλλοντος
μτφρ.: Ορέστης Γεωργιάδης
εκδ. Πατάκης, σελ. 344

Πριν αποσπάσει το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2015, η δημοσιογράφος, διηγηματογράφος και πολιτική ακτιβίστρια Σβελτάνα Αλεξίεβιτς (Ουκρανία, 1948) ήταν ελάχιστα γνωστή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Η πρώτη έκδοση, μάλιστα, του πολύκροτου βιβλίου της «Τσέρνομπιλ: Ενα χρονικό του μέλλοντος» το 2001 πέρασε σχεδόν απαρατήρητη στη χώρα μας, όπως και η κυκλοφορία του γνωστότερου ίσως έργου της, «Οι μολυβένιοι στρατιώτες» (μαρτυρίες από τον πόλεμο των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν). Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στη «δυσάρεστη» θεματολογία των βιβλίων ή σε κάποια βαθύτερη προκατάληψη για το είδος της λογοτεχνίας που υπηρετεί η Αλεξίεβιτς.

Και αυτό οφείλουμε να το επισημάνουμε από την αρχή: το είδος της ντοκιμαντερίστικης λογοτεχνίας, της μη μυθοπλαστικής μυθιστορίας, μπορεί να έχει γερά θεμέλια σε παρόμοιες απόπειρες Αμερικανών συγγραφέων με θητεία στην ερευνητική δημοσιογραφία, όπως ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ, ο Τρούμαν Καπότε, ο Νόρμαν Μέιλερ, ή σε Ρώσους, όπως ο Βασίλι Γκρόσμαν και ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, όμως ποτέ άλλοτε δεν παρουσιάσθηκε τόσο γυμνή, «αφτιασίδωτη», όσο στα γραπτά της Αλεξίεβιτς, κρατώντας τον ελάχιστο ιστό συνεκτικότητας και αγγίζοντας όσο καμία άλλη κατάθεση τα όρια των πολεμικών ανταποκρίσεων. Στο παρόν βιβλίο, η συλλογή μαρτυριών από ανθρώπους που βίωσαν οι ίδιοι ή οι συγγενείς τους την τραγική έκρηξη στον πυρηνικό σταθμό του Τσέρνομπιλ, τον Απρίλιο του 1986, δημιουργεί ένα πολυφωνικό αφήγημα μοναδικό στα ρωσικά γράμματα, το χρονικό μιας δυστοπίας, με αρχή, μέση και τέλος.

Οι μαρτυρίες που συνέλεξε η Αλεξίεβιτς με κίνδυνο τη ζωή της, διασχίζοντας επί δέκα συναπτά έτη την απαγορευμένη ζώνη και συνομιλώντας με εκατοντάδες διασωθέντες από το πυρηνικό ατύχημα, παρατίθενται σαφώς επεξεργασμένες, με τη σειρά και τους τίτλους που διάλεξε η συγγραφέας, αλλά από εκεί και πέρα δεν υπάρχει ίχνος μυθοπλασίας, ούτε καν η υποψία ενός «στρογγυλέματος» στα απεγνωσμένα λόγια, στις έντρομες φωνές των θυμάτων. Οπως πολύ σωστά επισημαίνει στον πρόλογό του ο συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης, δεν είναι τυχαίο πως ο απόηχος του Ολοκαυτώματος και της Χιροσίμα επανέρχεται κάθε τόσο στις περισσότερες μαρτυρίες, σαν μέτρο σύγκρισης ή σαν αδόκιμη προσπάθεια να ερμηνεύσουν τη φρίκη και το παράλογο της Ιστορίας.

Ασφαλώς πολλές αφηγήσεις συμπίπτουν στα βασικά, ιδιαίτερα στις ευθύνες της ηγεσίας του σοβιετικού Κ.Κ., των τοπικών Αρχών, των επιστημόνων που αρνήθηκαν να δουν τις ολέθριες συνέπειες των διαδοχικών εκρήξεων στον αντιδραστήρα του πυρηνικού σταθμού. Οταν τα ραδιενεργά στοιχεία που απελευθερώθηκαν στην ατμόσφαιρα άρχισαν να σκορπούν τον θάνατο, ουδείς αρμόδιος έλαβε κάποια στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης για τον πληθυσμό, αντιθέτως, όπως μαρτυρούν οι περισσότεροι «διασωθέντες», οι εκπρόσωποι του κρατικού μηχανισμού ήταν καθησυχαστικοί λες και τίποτε δεν είχε συμβεί. Οποιος αμφισβητούσε τις κρατικές ανακοινώσεις και οδηγίες αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο της ποινικής δίωξης για «διασπορά ψευδών ειδήσεων». Ετσι, εκτέθηκαν στον κίνδυνο χιλιάδες πολίτες, που υπό στοιχειώδεις συνθήκες ασφαλείας θα είχαν αποφύγει το μοιραίο.

Στην Ουκρανία και στη Λευκορωσία η ραδιενέργεια κατέχει ακόμη την πρώτη θέση ανάμεσα στα αίτια θνησιμότητας, ο αριθμός των καρκινοπαθών και των γενετικών μεταλλάξεων αυξάνεται δραματικά κάθε χρόνο. Ακόμη και σήμερα ολόκληρες περιοχές εξακολουθούν να είναι μολυσμένες –συνολικά 240.000 εκτάρια καλλιεργήσιμης γης, ενώ πάνω από 500 χωριά παραμένουν μη κατοικήσιμα.

Ο θλιβερός απολογισμός της μεγαλύτερης πυρηνικής καταστροφής του 20ού αιώνα, έτσι όπως προβάλλει μέσα από τις αφηγήσεις των αυτοπτών μαρτύρων, αποτελεί το ουσιωδέστερο μνημείο που ορθώθηκε στη μνήμη των ανυπεράσπιστων θυμάτων, παραμένει όμως το ερώτημα που έθεσαν μετά επιτάσεως αρκετοί κριτικοί: μπορεί να χαρακτηρισθεί αυτό το διαρκές «κατηγορώ» λογοτεχνία, έστω και σε μια πιο «επεξεργασμένη» μορφή; Εδώ οι γνώμες των ειδικών διχάζονται.

Κάποιοι επιμένουν πως τα οριακά γεγονότα του 20ού αιώνα μάς ξεπερνούν σε τέτοιο βαθμό, που δεν χρειάζονται το «περιτύλιγμα» της μυθοπλασίας για να απαθανατισθούν, άλλοι ισχυρίζονται πως, χωρίς τη μεταφορική γλώσσα της λογοτεχνίας, τον μύθο και την πλοκή, η ξερή αφήγηση των γεγονότων είναι απλώς δημοσιογραφία. Η ίδια η συγγραφέας έχει κατά το παρελθόν δηλώσει ότι «οι αληθινές ιστορίες είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες από οποιοδήποτε βιβλίο μυθοπλασίας», μα αυτή η θέση ηχεί κάπως περίεργα στη χώρα του Ντοστογιέφσκι και σίγουρα αδικεί το πρωτότυπο της γραφής της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ