ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Αυτοπεριοριζόμενο» κράτος και ποιότητα της δημοκρατίας

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΡΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η περίοδος των δημοκρατικών επαναστάσεων του τέλους του 18ου αιώνα κληροδότησε στην πολιτική θεωρία δύο διακριτές προσεγγίσεις σε ό,τι αφορά την πρόσληψη και την κατανόηση της εξουσίας. Η πρώτη, αντανακλά τη σκέψη του Βαρόνου ντε Μοντεσκιέ, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο μνημειώδες έργο του «Το πνεύμα των νόμων», και στην ανάλυσή του για τη δομή της εξουσίας στο βρετανικό πολίτευμα της εποχής. Κρίσιμο και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της προσέγγισης αποτελεί η ενασχόληση με μηχανισμούς, μέσω των οποίων καθίσταται εφικτός ο αποτελεσματικός περιορισμός της εκτελεστικής εξουσίας. Η έμφαση του Μοντεσκιέ στην κρίσιμη σημασία των «ενδιάμεσων σωμάτων» που περιορίζουν τη δυνατότητα για αδιαμεσολάβητη άσκηση της εξουσίας και, κατά συνέπεια, για αυθαιρεσία, αποτέλεσε τη βάση για τη σταδιακή διατύπωση θεωρητικών σχημάτων που, είτε με τη μορφή εγγυήσεων ευθέως εγγεγραμμένων σε συντάγματα είτε, πιο πρόσφατα, νομοθετικών ρυθμίσεων, συγκροτούν ένα πλέγμα μηχανισμών ελέγχου και εξισορρόπησης της εξουσίας ή, πιο απλά, λογοδοσίας, το οποίο αποτελεί πλέον κυρίαρχο χαρακτηριστικό του υποδείγματος που διέπει τη λειτουργία της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε σταδιακά από την εποχή του Μοντεσκιέ μέχρι σήμερα. Η ενασχόληση, λοιπόν, με την έννοια του «αυτοελεγχόμενου» ή «αυτοπεριοριζόμενου κράτους» έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα τόσο για τη σύγχρονη θεωρία της δημοκρατίας όσο και για την πολιτική πράξη. Επισημαίνω ότι κρίσιμη πρόσθετη παράμετρος της έννοιας του «αυτοπεριοριζόμενου κράτους» αποτελεί η ύπαρξη ενός εμπεδωμένου κράτους δικαίου, μέσω του οποίου οι διάφοροι μηχανισμοί λογοδοσίας αποκτούν ισχύ, λειτουργικότητα και αποτελεσματικότητα.

Η δεύτερη προσέγγιση που αφορά την πρόσληψη και κατανόηση της εξουσίας που μας κληροδότησε ο ύστερος 18ος αιώνας εστιάζεται κατ’ εξοχήν στην έννοια της λαϊκής κυριαρχίας. Την προσέγγιση αυτή χαρακτηρίζει η απουσία συστηματικής ενασχόλησης με δυνητικούς περιορισμούς στην άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας, η σαφής έμφαση στον αδιαίρετο χαρακτήρα της εξουσίας, η προτίμηση για την ευθεία και αδιαμεσολάβητη άσκηση της εξουσίας και, κατά συνέπεια, η κατ’ αρχήν δυσπιστία, αν όχι ευθεία εναντίωση σε θεσμικά αντίβαρα ικανά να λειτουργήσουν ως αναχώματα στην άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας και στον συνακόλουθο περιορισμό της λαϊκής κυριαρχίας. Στην προσέγγιση αυτή, το κράτος δικαίου δεν κατέχει εξίσου περίοπτη θέση, με αποτέλεσμα τα θεσμικά αντίβαρα να είναι αδύναμα και η δυνατότητα για αυθαιρεσία αναλόγως ενισχυμένη.

Για να έρθουμε και στα καθ’ ημάς, η λογική που διαχρονικά διέπει την άσκηση της εξουσίας στην Ελλάδα αποτελεί εν πολλοίς ιδιότυπο κράμα δύο υποδειγμάτων πολιτειακής συγκρότησης: αφενός του υποδείγματος της λαϊκής κυριαρχίας, όπως αυτό προέκυψε από τη γαλλική επαναστατική εμπειρία και αφετέρου του υποδείγματος που βασίζεται στο βεμπεριανό ιδεότυπο του «σουλτανικού» καθεστώτος, κύριο χαρακτηριστικό του οποίου είναι η προσωποπαγής άσκηση της εξουσίας, η ροπή προς την αυθαιρεσία και η έντονη αδυναμία του κράτους δικαίου. Με άλλα λόγια, κυρίαρχο χαρακτηριστικό του υποδείγματος που διέπει την άσκηση τής εξουσίας στην ελληνική περίπτωση αποτελεί η διαχρονική αδυναμία των θεσμικών αντιβάρων και η έντονη δυσπιστία ως και ευθεία εναντίωση ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας και της ηγεσίας της προς τη λογική που εκφράζει το υπόδειγμα του «αυτοπεριοριζόμενου κράτους».

Η σταδιακή ένταξη της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδίως η, κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης, προϊούσα ενσωμάτωσή της στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που, παρά τους κλυδωνισμούς που αναμφισβήτητα υφίσταται στην τρέχουσα συγκυρία, εξακολουθεί να εκφράζει η Ευρωπαϊκή Ενωση, είχε ως μείζον αποτέλεσμα την ενίσχυση τόσο του κράτους δικαίου όσο και της λογικής του «αυτοπεριοριζόμενου κράτους» και των θεσμικών αντιβάρων που κατεξοχήν εκφράζει η εμπειρία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, θεωρώ ότι πρέπει να προσεγγιστεί και το ερώτημα περί «Βουλής τετραετίας ή συχνών εκλογών». Ο περιορισμός της διακριτικής ευχέρειας για διάλυση της Βουλής που το ισχύον Σύνταγμα, εκφράζοντας τη λογική του διττού υποδείγματος της λαϊκής κυριαρχίας και του «σουλτανικού» κράτους, παρέχει στην εκτελεστική εξουσία, με αποτέλεσμα τη, για λόγους έκδηλα κομματικούς, συστηματική κατάχρηση των σχετικών διατάξεων από όλες τις κυβερνήσεις και την αλόγιστη και προσχηματική προσφυγή σε πρόωρες εκλογές, θα αποτελούσε μείζον βήμα ευθυγράμμισης με ανάλογες, αν και διαφορετικές, πρακτικές περιορισμού ή και απόλυτης κατάργησης της ευχέρειας αυτής, όπως αυτές που ισχύουν στη Νορβηγία, στη Σουηδία και πιο πρόσφατα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μια τέτοια εξέλιξη, προσεκτικά προσαρμοσμένη στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας, θα συνέβαλε καταλυτικά στη δημιουργία ενός σταθερού θεσμικού πλαισίου και κλίματος, τα οφέλη από τα οποία σαφώς υπερκεράζουν το όποιο σχετικό κόστος.

* O κ. Νικηφόρος Διαμαντούρος είναι Ακαδημαϊκός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ