ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

H αύξηση των επιτοκίων διχάζει τη Fed

Η επικεφαλής της Fed Τζάνετ Γέλεν χαρακτήρισε λόγο ανησυχίας την υποχώρηση του επίμονα χαμηλού πληθωρισμού και εξέφρασε επιφυλάξεις για το κατά πόσον θα «επιστρέψει» σύντομα στον στόχο του 2%.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Διχογνωμία επικρατεί στους κόλπους της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ ως προς το κατά πόσoν είναι σκόπιμη μια αύξηση των επιτοκίων του δολαρίου στο εγγύς μέλλον. Αυτό προδίδουν τα πρακτικά της Federal Reserve στα τέλη Ιουλίου, τα οποία δόθηκαν χθες στη δημοσιότητα και φέρουν ορισμένα στελέχη της να επαναλαμβάνουν την πάγια θέση της ότι χρειάζονται περισσότερα στοιχεία για την κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας προτού αυξηθεί το κόστος του δανεισμού.

Στη συνεδρίαση του Ιουλίου η Fed διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια του δολαρίου, αλλά αναφέρθηκε στην ενίσχυση της αμερικανικής οικονομίας, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο μιας αύξησης των επιτοκίων στη διάρκεια του έτους, ενδεχομένως και στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου. Oπως φαίνεται από τα πρακτικά της συνάντησης, ορισμένα στελέχη της υποστήριξαν ότι σύντομα θα είναι αναγκαία μια αύξηση των επιτοκίων, καθώς έχει ολοκληρωθεί η ανάκαμψη της αμερικανικής αγοράς εργασίας. Η πλειονότητα συμφώνησε, άλλωστε, πως η άμεση ανάκαμψη των αγορών μετά την αναταραχή που προκάλεσε το Brexit περιόρισε την αβεβαιότητα. Πολλοί άλλοι, όμως, τόνισαν ότι πρέπει να υπάρχουν περισσότερες ενδείξεις ότι επιταχύνεται ο πληθωρισμός προτού ληφθεί σχετική απόφαση. Σε ομιλία της τον Ιούνιο η πρόεδρος της Fed Τζάνετ Γέλεν χαρακτήρισε «λόγο ανησυχίας» την υποχώρηση του επίμονα χαμηλού πληθωρισμού, ενώ εξέφρασε επιφυλάξεις για το κατά πόσον θα «επιστρέψει» σύντομα ο δείκτης στον στόχο του 2%.

Στα πρακτικά τονίζεται πως «τα μέλη της επιτροπής νομισματικής πολιτικής κρίνουν σκόπιμο να αφήσουν ανοικτές όλες τις επιλογές και να διατηρήσουν την ευελιξία να προσαρμόσουν την πολιτική τους όταν θα έχουν περαιτέρω ενημέρωση». Η Fed αύξησε τα επιτόκια τον Δεκέμβριο από τα σχεδόν μηδενικά επίπεδα στα οποία τα είχε περιορίσει στη διάρκεια της κρίσης. Μεσολάβησαν, όμως, στοιχεία που εμφανίζουν σε στασιμότητα την αγορά εργασίας και δείχνουν ότι το επιχειρηματικά κλίμα επιδεινώνεται. Εξάλλου, μετά την απόφαση των Βρετανών να εγκαταλείψουν την Ε.Ε., οι κεντρικές τράπεζες Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας, όπως και η Τράπεζα της Αγγλίας, έχουν μειώσει τα ετιτόκια.

«Δεν νομίζω ότι αυτά τα πρακτικά αφήνουν περιθώρια για εσπευσμένη αύξηση των επιτοκίων, που νομίζω πως θα εξαρτηθεί από τα νέα στοιχεία για την οικονομία», σχολίασε ο Κρις Γκάφρεϊ, πρόεδρος της Everbank Word Markets στο Σεντ Λιούς, ενώ η Wall Street παρέμενε στάσιμη αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση των πρακτικών. Η αμερικανική αγορά είχε ανοίξει με πτώση, καθώς προεξοφλεί ότι το κόστος του δανεισμού θα παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα έως τα τέλη του έτους. Είχαν προηγηθεί την Τρίτη οι τοποθετήσεις δύο υψηλόβαθμων στελεχών της Fed, των Ντένις Λόκχαρτ και Γουιλιαμ Ντάντλεϊ, επικεφαλής της Fed της Ατλάντας και της Νέας Υόρκης αντιστοίχως, που άφησαν ανοικτό το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων του δολαρίου τον Σεπτέμβριο. Ειδικότερα ο Ντάντλεϊ, που θεωρείται και στενός συνεργάτης της προέδρου της Fed Τζάνετ Γέλεν, επικαλέστηκε τις αυξήσεις στις αποδοχές των εργαζομένων και υποστήριξε ότι «πλησιάζουμε το σημείο στο οποίο θα ενδείκνυται να αυξήσουμε περαιτέρω τα επιτόκια». Ετσι η προοπτική αύξησης των επιτοκίων στήριξε χθες το δολάριο που ανέκαμψε έναντι άλλων μεγάλων νομισμάτων, με τους επενδυτές να ρευστοποιούν τα κέρδη που είχαν καταγράψει την Τρίτη από τις θέσεις τους σε γιεν και ελβετικό φράγκο.

Η μεγαλύτερη ανατροπή καταγράφηκε στις αναδυόμενες αγορές που πρόκειται να πληγούν άμεσα σε περίπτωση αύξησης των επιτοκίων του δολαρίου. Οι ροές κεφαλαίων που εισέρρεαν μαζικά σε περιουσιακά στοιχεία των αναδυόμενων αγορών αντιστράφηκαν χθες, και τα χρηματιστήρια των αναδυόμενων αγορών υποχώρησαν από τα υψηλότερα επίπεδα έτους, στα οποία είχαν εκτιναχθεί την Τετάρτη.

Τα νομίσματα των αναδυόμενων αγορών σημείωσαν την πρώτη πτώση ύστερα από σχεδόν δύο εβδομάδες, εξαιτίας της φημολογίας ότι επίκειται αύξηση των επιτοκίων του δολαρίου. Το ρούβλι σημείωσε πτώση 0,4% έναντι του δολαρίου και οι ρωσικές μετοχές υποχώρησαν κατά 0,6. Το νόμισμα της Ουκρανίας υποχώρησε κατά 0,8, τα κινεζικά χρηματιστήρια κατέγραψαν απώλειες 0,15% και 0,48% και η λίρα Τουρκίας σημείωσε πτώση 0,2%.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ